Κυριακή, 20 Ιανουαρίου 2019 11:54

Το παγκάκι, Ακριβή Γρίβα

Written by
146
Το παγκάκι, Ακριβή Γρίβα

Το παγκάκι

Κάθομαι σε ένα ξεχαρβαλωμένο παγκάκι ένα παγερό, φθινοπωρινό απόγευμα.

Τα κίτρινα φύλλα των δέντρων στροβιλίζονται μπροστά μου, και τα σπίτια μοιάζουν στριμωγμένα, λες και πασχίζουν να χωρέσουν τους ανθρώπους και τις αναμνήσεις μέσα στα στενά οικοδομικά τετράγωνα της Αθήνας.

Όταν ο ιδιοκτήτης μου με είχε φέρει σε τούτη την πόλη, με είχε πάρει στα χέρια του, είχε ανοίξει το παράθυρο, και είχε δείξει τον λαμπρό ήλιο που άστραφτε παντού.

“Να η πατρίδα μου”  είχε πει στα ελληνικά. “Κοίτα τον ήλιο, δεν μοιάζει να είναι μέρος της χώρας; Λες και αναδύθηκαν όλα μέσα από μια θάλασσα πύρινης λάβας.”

Ήταν άνθρωπος ευγενικός, απ’ αυτούς που βλέπεις κι αναρωτιέσαι πως επιβιώνουν σε τόσο σκοτεινό κόσμο.

“Να θυμάσαι τους στίχους ενός μεγάλου ποιητή κάθε φορά που κοιτάς τον ήλιο” είχε πεί, και αμέσως μετά, όπως πάντα όταν μιλούσε, παράθεσε ένα απόφθευγμα, ενώ με ακουμπούσε στο βαρύ ξύλινο γραφείο του “Είναι, κατά βάθος, ζήτημα φωτός”. Είχα απολαύσει την μαγεία της ποίησης μα μονάχα για λίγο, όσο δηλαδή κρατούν όλα τα σπουδαία πράγματα.

Μονάχα για λίγο είχα μείνει μαζί του στο σπίτι με τις μπλε κουρτίνες.

Βιάστηκε να με χαρίσει σε κάποιον άγνωστο.

Αφήνεις, λέει, ένα βιβλίο για να το βρεί κάποιος περαστικός, να το διαβάσει, κι ύστερα να το ακουμπήσει σ’ένα παγκάκι να το πάρουν κι άλλοι.

Αρχικά μου κακοφάνηκε, μα τώρα αναμένω όλο προσμονή τον περαστικό που θα με αγγίξει.

Κοιτώ τους ανθρώπους που περνούν με κάποια αδημονία, μα δεν πτοούμαι. Είμαι εκπληκτική έκδοση, γι’αυτό άλλωστε καμάρωνε ακόμα και ο ιδιοκτήτης μου.

Ξέρω πως κάποιος εκλεκτός θα σταματήσει, και θα με πάρει μαζί του.

Ο αγέρας κάνει το εξώφυλλο ν’ανοίξει, και φαίνονται οι εικόνες, τυπωμένες με την καλύτερη κινέζικη μελάνη. Οι περαστικοί προχωρούν, δεν ρίχνουν ούτε μια ματιά. Μόνο κάποια παιδιά κοίταξαν για λίγο τους σαμουράι, μα οι γονείς τους τα τράβηξαν μακριά, λες και είχα κάποια μεταδοτική ασθένεια.

Ο ήλιος κρύβεται πίσω από τα σύννεφα, η ατμόσφαιρα μοιάζει να προσαρμόζεται στην μουντάδα των ανθρώπων.

Οι πρώτες ψιχάλες της βροχής πέφτουν τριγύρω, και σε λίγο το νερό μουσκεύει τις σελίδες μου. Παρακολουθώ το μελάνι που σιγά σιγά απλώνεται στο χαρτί, δημιουργώντας σχήματα παράξενα, σαν σπασμένα κομμάτια ονείρου.

Οι εικόνες γίνονται δυσδιάκριτα σχήματα μέσα σε μια χαοτική σύνθεση από μαύρο μελάνι και φθινοπωρινή βροχή. Ο δρόμος ερημώνει, ενώ εγώ καταστρέφομαι κάτω απ’ το νερό που πέφτει χωρίς σταματημό.

Τουλάχιστον η έκδοση παραμένει σπουδαία.

 

 

 

Read 146 times

Latest from Super User