Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2011 22:19

Η μικρή σκούνα - Βασίλης Χαραλάμπους

Written by
1441

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΔΙΗΓΗΜΑ


Η μικρή σκούνα


Σηκώθηκε αργά –αργά , μέρες τώρα στο κρεβάτι , μια σούπα να κάνει. Τι να γίνει που την άλλη φορά που ο γιός της ο Γιάννης δοκίμασε τη σούπα να φτιάξει στην άρρωστη μάνα κι ακόμα θυμάται κείνη τη γκριμάτσα που έκανε η μάνα του στην πρώτη κουταλιά.  Δεν τα πολυκατάφερνε σε κάτι τέτοια  πράγματα ο Γιάννης.  Η μητέρα του στην κουζίνα κι ο Γιάννης πηγαινοερχόταν σκεφτικός στο δωμάτιο του.

Μια στιγμή κοντοστάθηκε για λίγο, το πρόσωπό του είχε άλλη όψη , σαν χαρούμενο έδειχνε.  Κάτι ψιθύρισε και παραΰστερα άρχισε να ψάχνει στα συρτάρια  Έψαχνε, έψαχνε μέχρι που βρήκε μια παλιά σχισμένη άσπρη φανέλα.  Τι να την κάνει άραγε τούτη τη σχισμένη φανέλα;  Την κοίταξε για λίγο κι ύστερα βγήκε έξω βιαστικός κατ’ αντίκρυ στον κυπαρισσώνα.  Σε λίγο να σου μπαίνει μέσα κρατώντας κλαράκια διάφορα.  Κάθισε πλάι στη θράκα  κι άρχισε  να φτιάχνει ένα καραβάκι, μια μικρή σκούνα για των Χριστουγέννων τα κάλαντα.  Κι έγινε τούτη η σκισμένη φανέλα άρμενο για τη μικρή σκούνα.  Έμεινε ώρα πολλή εκεί πλάι στη θράκα να τεχνουργεί το δικάταρτο.  Κάθε τόσο διέκοπτε και σιγοτραγουδούσε ένα κομμάτι από τα κάλαντα.  Παραΰστερα  ανασηκώθηκε χαρούμενος κρατώντας τη μικρή σκούνα στα χέρια του.

Ο Κωστής ο μικρότερος αδελφός του μόλις μπήκε έμεινε να κοιτά έκπληκτος τη μικρή σκούνα.

-Τι ωραίο που είναι!  Θα το βάλουμε στο αυλάκι με το νερό να κολυμπήσει;

-Όχι Κωστή ,είναι το καραβάκι που θα κρατάμε στα κάλαντα .

-Όταν  περάσουν τα Χριστούγεννα  θα το βάλουμε στο αυλάκι να κολυμπήσει;   Επέμενε ο Κωστής.

-Καλά τότε να το βάλουμε.  Άντε τώρα να πάρεις τη φλογέρα σου και να πείς και στο Γιώργο να πάρει το τρίγωνό του για να πούμε τα κάλαντα στις απάνω γειτονιές.

Η  μητέρα στην κουζίνα και κατόπιν στο δωμάτιο της δεν κατάλαβε τίποτε.  Σε λίγο κίνησαν και οι τρείς τους για τις απάνω γειτονιές.  Ο Γιάννης μπροστά με τη μικρή σκούνα και λίγο πιο πίσω ο Γιώργος με το τρίγωνό του κι ο Κωστής με τη φλογέρα να φυσάει κατά βούληση.

Κείνο τ΄ απόγευμα φυσούσε  οστριογαρμπής.  Ανασήκωσαν λίγο τα γιακαδάκια τους και προχώρησαν για τις απάνω γειτονιές.  Ο αγέρας κρύος και δεν έλεγε να κοπάσει.  Αρχίνισαν λοιπόν να τραγουδούν τα κάλαντα.  Ο μικρότερος , ο Κωστής τραγουδούσε μ΄ όλη τη δύναμη της ψυχής του, άσε που ξεχνούσε κιόλας τα λόγια κάθε τόσο.  Άλλοι τους καλοδέχονταν κι άλλοι τους διώχναν με ευγένεια.  Κι όμως υπήρχαν και κάποιοι που σχεδόν τους κλείναν κατάμουτρα την πόρτα. Αυτούς έτσι κι αλλιώς ο Γιάννης τους ήξερε κι από πέρυσι και δεν πολυστεναχωρήθηκε.

Γυρνούσαν  ώρα πολλή ίσαμε το γέρμα.  Τ΄ αγέρι συνέχισε  να φλυαρεί καταμεσής στα στενορύμια κι ο Γιάννης με τ΄ αδέλφια του συνέχισαν να τραγουδούν τα κάλαντα.  Πέρασαν κι από την εκκλησιά τ΄ Άη Μηνά.  Ο  Γιάννης κοντοστάθηκε λίγο, κάτι ψιθύρισε, έκανε το σταυρό του κι ύστερα συνέχισε.  Πήραν το δρόμο της επιστροφής.  Άρχισε να βραδιάζει .  Το φεγγάρι ολόγιομο, φεγγαροβραδιά σίγουρα και τούτην τη νύχτα.

Στο δρόμο για το σπίτι συνάντησαν τον Αλέξη του φούρναρη  ο οποίος γυρνούσε με το ποδήλατο του τις γειτονιές.  Πέρασε με ταχύτητα από πλάι τους κι άρπαξε το κουτί με τα χρήματα .  Μάταια  φώναζε ο Γιάννης με τ΄ αδέλφια του.  Έτρεξαν για λίγο ξωπίσω του μα που να τον προλάβουν.  Χάθηκε σαν σίφουνας στις απάνω γειτονιές .

-Τώρα τι κάνουμε Γιάννη ;

-Τίποτα Κωστή.

-Κρίμα , συμπλήρωσε ο Γιώργος.

-Λοιπόν τσιμουδιά στη μητέρα μας, είπε  στενοχωρημένος ο Γιάννης.

-Κι αν μας ρωτήσει;

-Καλά θα δούμε Γιώργο.  Πάντως εσείς τσιμουδιά.

Περνούσαν σιωπηλά  τα δρομάκια στις απάνω γειτονιές.  Σε λίγο φτάσαν στο φτωχικό τους.  Προσεχτικά άνοιξαν την ξώθυρα κι αγάλι –αγάλι μπήκαν μέσα.  Προς έκπληξή τους όμως βρέθηκαν κατ΄ αντίκρυ στη μάνα τους που τους περίμενε πλάι στη θράκα.

-Μπα τι βλέπω;  Τρίγωνο, φλογέρα, καραβάκι…

-Εμείς το φτιάξαμε, διάκοψε ο Κωστής.

-Εσείς το φτιάξατε;  Είναι πολύ ωραίο.

Κάθησαν λοιπόν περιτρίγυρα στη μάνα τους, πλάι  στη θράκα.  Ο Κωστής άφησε ένα μειδίαμα όλο ερωτηματικά.  Ο  Γιώργος ο πιο λησμονιάρης απ΄όλα τ΄αδέλφια του άρχισε να  ψάχνει τις τσέπες του. Μάταια ο Γιάννης προσπαθούσε να κάνει νεύμα στο Γιώργο να σταματήσει.  Ευτυχώς όμως που η μητέρα τους ανασηκώθηκε να τους βάλει σούπα .

-Καθίστε στο τραπέζι να σας βάλω λίγη σούπα να  ζεσταθείτε.

Κάθισαν λοιπόν περιτρίγυρα στο τραπέζι σιωπηλοί  κι η μητέρα έβαλε στις γαβάθες τη σούπα.  Πριν καλά καλά αρχίσουν να τρώνε κτυπά επίμονα η πόρτα .

-Ποιος  να ναι τέτοια ώρα;  Ψιθύρισε η κυρά Διαμάντω και πήγε προς την πόρτα.

Ανοίγει την πόρτα και τι να δει;  Ο   Αλέξης του φούρναρη έχοντας σφιχτά στην αγκαλιά του το κουτί με τα χρήματα.

-Καλώς τον Αλέξη.

-Καλησπέρα και περαστικά κυρά Διαμάντω.

-Έλα να σου βάλω να φάεις σούπα να ζεσταθείς.

Ο Γιάννης και τ’ αδέλφια του έμειναν να κοιτούν απορημένοι.  Η κυρά Διαμάντω πήγε να βάλει σούπα κι ο Γιάννης έβαλε τον Αλέξη να καθίσει πλάι του.  Περίτεχνα ο Αλέξης άφησε το κουτί στο χέρι του Γιάννη.  Μόλις που πρόλαβε γιατί ήρθε η κυρά Διαμάντω με τη σούπα.

-Πως από δω Αλέξη;

-Να για να πούμε τα κάλαντα αύριο, είπε δισταχτικά ο Αλέξης.

-Να τα πείτε παιδιά μου, να τα πείτε.  Έλα φάτε τη σούπα σας και θα σας φέρω κι άλλη.

Άραγε να μη κατάλαβε η κυρά Διαμάντω;  Σε λίγο έκανε να φύγει ο Αλέξης.

-Στάσου Αλέξη, του φώναξε ο Γιάννης.

Πήρε τη μικρή σκούνα και την έδωσε στον Αλέξη.

-Τι είναι αυτό Γιάννη;

-Το καραβάκι που θα κρατάς αύριο στα κάλαντα.  Δικό σου.

-Σ’ ευχαριστώ Γιάννη, σ’ ευχαριστώ.

Κάποιο μορφασμό πήγε να κάνει ο Κωστής μα τον διάκοψε το αυστηρό βλέμμα του Γιώργου και συνέχισε να ρουφάει τη σούπα του.  Το χαμόγελο της κυρά Διαμάντως μαρτυρούσε πόσο καλά κατάλαβε τούτη η πονεμένη γυναίκα που ήξερε καλά να κρύβει σαν κλεψίμι στην καρδιά του Γιάννη της την τόση  αρχοντιά.

Read 1441 times

Latest from Super User