Τετάρτη, 08 Φεβρουαρίου 2012 18:03

Λευκή Σταχτοπούτα - Κωνσταντίνος Κοττάς

Written by
1750

Λευκή Σταχτοπούτα

Άνοιξε γρήγορα το συρτάρι και τράβηξε ένα χαρακάκι. Άπλωσε την λευκή σκόνη στο τραπέζι και βάλθηκε να της δώσει μορφή, σαν μικρό κοριτσάκι που πλάθει την άμμο. Ναι, κάπως έτσι ήταν, έχτιζε παλάτια στην άμμο εκείνη την ώρα έχοντας ως έμπνευση τις παραισθήσεις και τα οράματα που δημιουργούνταν από τα έντονα φώτα. Ένοιωθε θεά, με ένα παρανοϊκό βλέμμα κι ένα χάρακα ανάμεσα στα  ζαρωμένα δάκτυλα να προσπαθεί να σχεδιάσει τον δικό της κόσμο από την άσπρη ουσία. Μια γραμμή εδώ, ο τοίχος, άλλη μια, να, σχηματίστηκε μια γωνία, εδώ θα μπει ο διθέσιος καναπές. Τα χέρια δούλευαν σαν του μαέστρου που διευθύνει μια ορχήστρα, έλεγχε την αρμονία. Λίγη σκόνη ακόμα εδώ, λίγη παραδίπλα για να σχηματιστεί ο διάδρομος που θα οδηγεί στην κύρια πύλη του παλατιού, ένας χώρος κάπου εκεί στα δεξιά για να δημιουργηθεί κήπος κι ένα μέρος για να σταθμεύει η κολοκυθάμαξα της. Όλα τέλεια για το πλαστό της παραμύθι, το μονό που έλειπε ήταν η νεραϊδόσκονη.

Έτοιμο το παλάτι, άσπρο, κάτασπρο ν’ αντανακλάται στον καθρέφτη της συρταριέρας. Άσπρο και σκονισμένο, σαν από ζάχαρη, μα τόσο ασταθές· αρκεί να το πλησιάσεις για να το θαυμάσεις κι η ανάσα σου θα το γκρεμίσει. Ένα φύσημα και χιλιάδες αθώοι λευκοί κόκκοι θα βρεθούν να αιωρούνται στο δωμάτιο, σαν να είχες μόλις φιλήσει εκείνο το ταξιδιάρικο λουλούδι που σαν το χαϊδεύει η αύρα του πρωινού ξεχύνεται στα λιβάδια.

Ώρα για απομυθοποίηση, ο χρόνος βιάζει. Στερέωσε το καλαμάκι στο ρουθούνι της και πλησίασε απειλητικά τον ονειρικό της κόσμο. Ένα ρούφηγμα, κι άλλο ένα, πάει ο πρώτος πύργος από τα δεξιά, ένα φύσημα και γκρεμίστηκε η κωνική σκεπή, ένα φίλημα και ισοπεδώθηκε η αίθουσα δεξιώσεων. Το σώμα της απορροφούσε την άσπρη ουσία σαν το χώμα που λαχταρά τη βροχή. Δινόταν ολοκληρωτικά στο γιατρικό της και να, το παλάτι σωριάστηκε δημιουργώντας έναν πάλλευκο σίφουνα σκόνης που λέρωσε το τραπεζάκι.

Έξυσε την μύτη της, μάζεψε ό,τι απέμεινε και τακτοποίησε το χαρακάκι και το σακουλάκι με την κοκαΐνη στο συρτάρι. Έριξε ένα φευγαλέο βλέμμα στο είδωλό της – πόσο θαμπό, πόσο γερασμένο, πόσο ξένο. Ανακάτωσε τα μαλλιά της και ξεχύθηκε στο κρεβάτι φωνάζοντας «επόμενος». Άνοιξε η πόρτα και μπήκε διστακτικός ένας άντρας. Τον κοίταξε αδιάφορα. «Γιατί αυτός ο άντρας δεν έχει πρόσωπο;» Ρίχνοντας μια τελευταία ματιά στο σώμα της σιγουρεύτηκε ότι είχε αποβάλλει τα περιττά ρούχα. Χάιδεψε τα σεντόνια και κινώντας αισθησιακά τα πόδια της προσκάλεσε τον νέο πελάτη της κοντά της. Εκείνος περπατούσε αργά, πλησίασε το κρεβάτι και κάθισε στην άκρη του. Δίπλωσε τα πόδια και χαμήλωσε την ματιά του στο πάτωμα. Άραγε ήταν σωστό αυτό που πήγαινε να κάνει;

«Μην ντρέπεσαι. Είσαι εδώ για να περάσεις καλά, όπως τόσοι άλλοι κάθε μέρα» του είπε στ’ αφτί σιγανά. «Με λένε Νίνα».

Νίνα….ούτε θυμόταν από πότε ονομαζόταν έτσι. Δεν ήταν το βαφτιστικό της, αλλά το όνομα που της είχε δώσει η κοινωνία- εκείνος. Εξάλλου όλα μένουν ίδια κι ανυπόστατα αν δεν τα ονομάσεις, αν δεν κάνεις τον κόπο να δώσεις σημασία. «Νίνα» λοιπόν, ένα απλό δισύλλαβο επιφώνημα, κάτι σαν το «ψιτ» που φωνάζεις στις γάτες για να γυρίσουν και να αντικρίσεις το βαθύ βλέμμα τους. Ένα εύκολα απομνημονεύσιμο όνομα, ποιος θα πήγαινε σε μια πόρνη με ονοματεπώνυμο; Ναι, αυτό το τρικ επωνυμίας κι ανωνυμίας κάνει τη στιγμή λιγότερο βαριά και την απόφαση λιγότερο ανήθικη. Τρία χαρτονομίσματα και ικανοποίησες τον πριαπισμό σου, το θεριό σου που πεινούσε για ανθρώπινη σάρκα, χωρίς καθόλου τύψεις διότι δεν ατίμασες τίποτα παραπάνω από μια «Νίνα», τέσσερα γράμματα κι έναν τόνο.

Άρχισε να τον γδύνει και να τον φιλάει απαλά στον λαιμό. Μια επαγγελματίας ξέρει τι κάνει. Η περίπτωση ήταν προφανής : ένας «ηθικός» κύριος που ντρέπεται για ό,τι κάνει. Τι θα πουν οι φίλοι του όταν το μάθουν, τι θα πει στον εαυτό του όταν το συνειδητοποιήσει; Μα ναι, είναι κάτι που δεν μπορεί να δεχθεί, ένας επιφανής κύριος να αναζητά ερωτική ικανοποίηση στα υγρά σοκάκια μιας παλιογειτονίας.

«Αφήσου». Πόσους και πόσους τέτοιους είχε εξυπηρετήσει…ένα κορμί πάντα εκεί, δεμένο στο κρεβάτι της ηδονής να προσφέρει υπηρεσίες ανακούφισης και μηδενισμού ορμής. Ένα τέτοιο «εγώ» μπορεί ν’ αντέξει περισσότερη υποτίμηση, πρόσφορο κορμί στις υπηρεσίες της αλλότριας σάρκας. Δυο στήθη, δυο χείλη, δυο συμπληγάδες πέτρες.

Η εργασία είχε μόλις ξεκινήσει. Τα σώματά τους τρίβονταν με δύναμη, μπρος πίσω, σαν βαρκούλες σε καταιγίδα. Ο ιδρώτας κυλούσε στο κορμί του, έλουζε το πρόσωπό του. Τα μάτια του ήταν κλειστά, σαν να περίμενε εκείνη την στιγμή για καιρό. Έκανε μορφασμούς, συνοφρυωνόταν, έσφιγγε τα χείλη, έκανε σπασμωδικές κινήσεις. Ένα ψάρι που αναζητούσε μια σπηλιά για να κρυφτεί από την θαλασσοταραχή. Αυτή, από την άλλη, ένα άψυχο κουφάρι πεταμένο ανάμεσα στα τσαλακωμένα σεντόνια, παραδομένο στις επιταγές του σαρκολάγνου Μολώχ του ανθρώπου που ταλαντωνόταν πάνω της. Πράξη χωρίς συναίσθημα πλέον, ένα απαίσιο τέρας που κείται πάνω από πέντε ξύλινες τάβλες, κάθε μέρα, μια πόρνη χωρίς πολυτέλεια.

Κάπως έτσι είχε γίνει και τότε, όταν ήταν ένα μικρό κοριτσάκι που κυλιόταν στις οπιούχες παπαρούνες. Όταν ακόμα μπορούσε να νοιώσει και να διατηρήσει ανιδιοτελή αισθήματα για τους ανθρώπους – συγκεκριμένα Εκείνον τον άνθρωπο, εκείνον τον έναν που είχε σταυρώσει επάνω της, που είχε καρφώσει στο πετσί της για να τον έχει πάντα μαζί της. Τόση και τόση υπομονή, τόσες και τόσες διαδρομές μόνο για να τον αντικρύσει και να ανταλλάξει μαζί του ένα φευγαλέο χαμόγελο. Ναι, κάποτε αυτή η πόρνη ήταν άνθρωπος και όχι μια μηχανή τεχνητού συνουσιασμού, πριν την τραγική μεταμόρφωση από την θυσία της στον βωμό του έρωτα. Κάποτε εκείνο το προσωπείο ήταν πρόσωπο, εκείνα τα χέρια είχαν τη δυνατότητα να αγγίζουν και δεν κρέμονταν σαν ξεψυχισμένα κλαδιά από το σώμα της· πάνω από την, πλέον, σαπισμένη μύτη βασίλευε ένα ζευγάρι φλεγόμενων ματιών. Σε όλα, όμως, έρχεται μια παρακμή, ένα τέλος. Όλοι κάποια στιγμή περνάνε το κατώφλι της απομυθοποίησης και σπάνε τη φούσκα του ειδυλλιακού, γιατί εν τέλει όταν αγγίξεις κάτι χάνεται. Τα ωραία είναι ωραία παρά μόνο επειδή κατοικούν στον λογισμό και τ’ όνειρό μας. «Δώσε μου υπόσταση και σκότωσέ με», αυτό φώναζε το «εγώ» της. Επιζητούσε λίγη σημασία από εκείνον τον Έναν με αντίτιμο τον αφανισμό της.

Σνιφ. Επαναφορά στην πραγματικότητα. «Άντε να τελειώνει κι αυτός!». Περίμενε πολύς κόσμος ακόμα. Αγανάκτησε, το όλο θέμα έπαιρνε πολλή ώρα, ποίος θα την πλήρωνε για την υπερωρία της; Μάλλον αυτός ο πελάτης είχε πάρει την υπόθεση περισσότερο ρομαντικά από όσο έπρεπε, κακώς. Μια πόρνη βρίσκεται εκεί απλά για να πληρωθεί και να εκτελέσει το καθήκον της. «Πήδα με, πήδα με κι εσύ κι άσε τους σεμνορομαντισμούς. Το ξέρεις ότι για αυτό έχεις έρθει εδώ, μην κάνεις τη δουλειά μου δυσκολότερη». Άνοιξε τα πόδια της περισσότερο κι επιδόθηκε στην τέχνη της. Η ηδονή κορυφώθηκε- η αξία πάτωσε. Μια, δυο, τρεις, τέλος.

Σηκώθηκε μηχανικά από το κρεβάτι, του έφερε μια πετσέτα και αφού σκούπισε τα σεντόνια του την έδωσε. Εκείνος ήταν γερμένος στο πλάι του κρεβατιού του με τα μάτια του «ερμητικά κλειστά» κι ένα μειδίαμα στα χείλη. Εκείνη προχώρησε προς τον καθρέφτη της. Κοντοστάθηκε και προσπάθησε να εστιάσει στο είδωλό της- όλα ήταν θολά, σαν ένα πέπλο να την κρατούσε μακριά από τον αληθινό της εαυτό. Άνοιξε πάλι το μαγικό συρταράκι, την μόνη της διέξοδο προς τον ονειρικό της κόσμο. Έβγαλε ευλαβικά τα εργαλεία του «μυστηρίου» και ξεκίνησε την μύηση. Μια εισπνοή από αριστερά, μια από δεξιά- το είδωλο ήταν ακόμα θολό οπότε άλλη μια από τα αριστερά. Ήταν έτοιμη πλέον για τον πρίγκιπά της. Έριξε μια κρυφή ματιά προς τα πίσω, είχε αποκοιμηθεί-τι τραγικό. Έπρεπε όμως να απομακρυνθεί από τον χώρο του εγκλήματος, διότι περί εγκλήματος επρόκειτο, εκείνος ο δολοφόνος που της έχωσε μια ακόμα μαχαιριά κι εκείνη το θύμα, η ανήσυχη ψυχή που θα στοίχειωνε για πάντα το μέρος, δίχως γαλήνη, δίχως ελπίδα.

Τον πλησίασε γοργά. Τέντωσε το χέρι της και τον γύρισε ανάσκελα τραβώντας τον από το ώμο. Το πρόσωπό του ήταν ανέκφραστο, ήταν το πρόσωπο Αυτού, τα άγνωστα εκείνα σαγηνευτικά πράσινα μάτια. Την έπιασε τρέμουλο, αυτό είχε γίνει λοιπόν. Ο Ένας Εκείνος που τόσο ποθούσε κατέληξε να είναι το μεροκάματο μιας βραδιάς; «Πόση είναι η ταρίφα σου πόρνη;» φαινόταν σαν να ήταν χαραγμένο στο γυμνό κορμί του. Μα, μόνο έτσι τελικά θα μπορούσε να σταθεί στο πλάι του, ως αντικείμενο, μόνο τέτοια αξία θα μπορούσε να έχει για αυτόν, χρηστική. Κεράκια, τραγουδάκια και ρομαντζάδες, κουταμάρες, κάτι τέτοια τα ονειρεύονται μόνο τα κοριτσάκια, μόνο εκείνες που ελπίζουν ακόμα στον ανιδιοτελή έρωτα – και μια πόρνη δεν τα κάνει ποτέ αυτά.

«Γιατί κατά βάθος βαρέθηκα να ονειρεύομαι, απεκδύομαι του ονόματός μου». Μια νέα σελίδα είχε μόλις γραφεί με το μελάνι του άσελγου ιδρώτα, τα σεντόνια το μαρτυρούσαν. Ίσως τελικά να μην έπρεπε να πετάξει εκείνα τα κόκκινα γυαλιά που είχε, τα έκαναν όλα να μοιάζουν τόσο ρόδινα, θα της χρειαζόταν εκείνη τη στιγμή. Ο Ένας που είχε πραγματικά θελήσει, ο Ένας που της είχε εμφυσήσει το όραμα του έρωτα όταν ακόμη δεν χρειαζόταν το αίμα του κόκορα για να καμουφλαριστεί στην κοινωνία, ήταν εκείνος ο πελάτης που την είχε μόλις αγοράσει. Ένας πλατωνικός ανομολόγητος έρωτας ήταν εξάλλου, δυο γνωστοί μόνο που ανταλλάσσανε ματιές και χειραψίες στις κοσμικές εκδηλώσεις, που μιλούσαν αραιά και που για να βαυκαλίζονται πως διατηρούν μια σχέση-φιλική, επιφανειακή το δίχως άλλο.

Τότε που ο ψυχισμός της επέτρεπε ακόμα να ελπίζει τα είχε σχεδιάσει όλα τόσο τέλεια : δυο κορμιά που αγκαλιάζονται, σαν τα φτερά της πεταλούδας που τυλίγουν ένα άνθος. Το κρεβάτι του Προκρούστη, η κλίνη του πόνου και της ατίμωσης δεν είχε προλάβει να αντικαταστήσει ακόμα το ιδεώδες ενός πάλλευκου νυφοκρέβατου με καθαρά σεντόνια να μοσχοβολάνε άνοιξη, λεμονανθό κι αγάπη. Ήταν τότε που έτρεφε την κρυφή ελπίδα πως το βλέμμα του και η ανέμελη κίνηση των μαλλιών του υποδείκνυαν κάτι βαθύτερο από το τωρινό «θέλω το κορμί σου». «Θέλεις αυτό που είμαι ή αυτό που μπορώ να σου δώσω;» Εκείνη τον ήθελε για το «είναι» του, ποθούσε απλά να βρίσκεται πλάι του, να του σκουπίζει το χυμένο καφέ στο πιγούνι, να του λέει να τυλίξει πιο σφικτά το κασκόλ όταν φυσούσε, να τον φιλήσει με το βλεφάρισμά της- εκείνος πάλι δεν νοιαζόταν για τέτοια για αυτό και δεν της έδινε σημασία και δεν είχε πιάσει ποτέ τα μηνύματά και τους συμβολισμούς της. Αν την χρειαζόταν θα ήξερε που να την βρει, στο σπίτι της πιο παλιά, στον χώρο εργασία της τώρα. Μόνο ο χρόνος θα μπορούσε να αποδείξει αν οι κοριτσίστικες εκείνες ελπίδες ήταν ανεδαφικές ή όχι- και η απόδειξη την μαχαίρωσε κατάστηθα.

Την επέλεξε για να ικανοποιηθεί, για να πάρει κάτι που θα μπορούσε να του δώσει η καθεμία…η καθεμία…άραγε το ότι από όλες τις «καθεμία» διάλεξε εκείνη, την πόρνη, σήμαινε κάτι; Μπορεί να ήθελε κάτι να της πει; Ίσως να ήθελε να της δείξει ότι του δόθηκε επιτέλους η ευκαιρία να είναι μαζί της, ότι το παραδέχθηκε στον εαυτό του; Μα όχι, πριν από κάμποσα λεπτά αυτό που είχε συμβεί δεν ήταν επιβεβαίωση συναισθημάτων, ήταν σύρραξη διανθισμένη με πολεμικές ιαχές. Δεν ήταν συνεύρεση με εκείνο το γλυκό άτομο που τρώγοντας το κέικ του γέμιζε ψίχουλα και χασκογελούσε σαν παιδί, ήταν βογκητά που καταδείκνυαν την κυριαρχία του, κραυγές που έσπαγαν το γυαλί – το θεριό απολάμβανε τον κορεσμό και την ικανοποίηση. «Ευτυχώς που βρέθηκες εδώ και τώρα, το χρειαζόμουν», έτσι θα είχε σκεφτεί αυτός, «ευτυχώς που βρέθηκες εδώ και τώρα, σε χρειαζόμουν» σκέφτηκε εκείνη.

Ήταν όμως όλη αυτή η αγριάδα της φύσης, το προγονικό ένστικτο που εκδήλωνε ο πελάτης με τόση δύναμη, μένος και λύσσα που σε μια τόση δα στιγμή ξεσκίστηκαν όλα τα σεντόνια του νυφοκρέβατού της, η ευωδιά δραπέτευσε από τις χαραμάδες και τα αγγελούδια έκρυψαν την φαρέτρα τους στην πλάτη. Όταν μιλά η ορμή η αγάπη να σωπαίνει. Φιλιά πνιγμένα στο αλκοόλ, ψεύτικη αγάπη ντυμένη με σάλια και μηχανικές κινήσεις της γλώσσας- «σσς! Μην μας ακούσουν» Κι ύστερα εκείνος ξαπλωμένος στο πλάι, τι ειρωνεία. Ψυχικός εκβιασμός : την ανάγκαζε να βρίσκεται δίπλα του, αναστατωμένη, καταδικασμένη στις σκέψεις και τις ανασφάλειές της να περιμένει την πληρωμή της ως αντάλλαγμα της παροχής υπηρεσιών – εκτός κι αν είχε διάθεση για κέρασμα οπότε θα απέβαινε πιο συμφέρον και για τους δυο. Πως την είχε κάνει έτσι; Πως θα μπορούσε να υποδεχθεί τον επόμενο πελάτη που χτυπούσε πεινασμένος την πόρτα, πως θα δινόταν ξανά στην αυτοκαταστροφή της έτσι αδύναμη κι ευαίσθητη, έτσι αδύναμη, απροστάτευτη και εκτεθειμένη απέναντί του;

«…γιατί εγώ κάποτε, ίσως και τώρα ακόμα, σ’ αγάπησα. Θυμάσαι εκείνο το δώρο που σου είχα κάνει, θυμάσαι εκείνη την αγκαλιά που σου είχα δώσει, θυμάσαι πως δεν με είχες αποχαιρετήσει την τελευταία φορά που με είδες γιατί βιαζόσουν να προλάβεις το τελευταίο δρομολόγιο του λεωφορείου; Θυμάσαι ότι με παραμέρισες γιατί είδες έναν γνωστό σου κι εγώ περπατούσα πλάι σου στο πεζοδρόμιο, σαν ζητιάνος; Ήσουν όμως μερικές φορές τόσο καλός, όταν ας πούμε είχα αρρωστήσει μου χάιδεψες τα μαλλιά για να αποκοιμηθώ- και μετά με ξέχασες. Δεν μου φτάνει παρόλαυτά που με θυμήθηκες σήμερα, για μένα ήταν σαν όλες τις άλλες μέρες, σου έδωσα αυτό που θέλει ο καθένας να πάρει από μένα και έδειξες να το ευχαριστιέσαι. Αν μη τι άλλο είμαι καλή επαγγελματίας, για αυτό πληρώνομαι άλλωστε, για να προσφέρω την ικανοποίηση που μου στέρησες από το να αναζητώ.

Ξέρεις, με μουδιάζει ο έρωτας πλέον.  Το χαστούκι σου ήταν γερό, αλλά με βοήθησε γιατί μπορώ από εδώ και πέρα να κάνω την δουλειά μου ακόμα πιο σωστά, χωρίς να αναμένω να καθρεφτίσω στα χρήματά τους το πρόσωπο (του έρωτά) σου. Αν θες βοήθα με μόνο λίγο ακόμη, κάνε πιο πέρα, μην πιάνεις τόσο χώρο στο κρεβάτι γιατί ο επόμενος πελάτης θα απογοητευτεί, δεν θα μπορώ να προσφέρω το μέγιστο των δεξιοτήτων μου, δεν θα ξεδιπλώσω το ταλέντο που μόνο εσύ με έκανες να ανακαλύψω. Κοιμάσαι τώρα αλλά και τόσο καιρό έτσι ήσουν, κάτι σαν υπνοβάτης. Ξέρω πως ο,τι σου λέω δεν το ακούς, ή αν το ακούς δεν θα κάνεις τον κόπο να το σχολιάσεις γιατί από μέσα σου χλευάζεις αυτό το πορνίδιο που πίστεψε σε σένα και στα αισθήματά του. Κοροϊδεύεις απολαμβάνοντας την τελειότητά σου, Άδωνη, ένα κοριτσάκι που επιτέλους σου κάνει εξομολόγηση καρδιάς για ο,τι ένιωσε για σένα. Είχες τόσες άλλες και θα βρεις πολλές ακόμα- ίσως να μην μπορέσουν να σε ικανοποιήσουν όπως εγώ στα σωματικά αλλά ευτυχώς για σένα θα ‘μαι πάντα εδώ, αναγκασμένη να σε δεχτώ με τίμημα ένα θραύσμα της ψυχής μου.

Κράτα τα λεφτά σου, αγαπημένε. Νομίζω ότι μπορώ να στα χαρίσω, αφού έστω κι έτσι σε ικανοποίησα. Λυπάμαι μοναχά που δεν μου έδωσες μια ευκαιρία πρωτύτερα, πριν με παρασύρει ο βούρκος – κι είναι ωραία στην κόλαση, θα το δεις- αλλά ας είναι έτσι. Ποτέ δεν θα μπορούσε να γίνει κάτι μεταξύ μας, ο ένας θα ήταν πολύς για τον άλλο και ο άλλος πολύ λίγος κι αν ήταν για χαλάλι της ισορροπίας της ζυγαριάς να σου κόψει ο μπακάλης ένα κομμάτι δεν θα το άντεχα. Άσε με λοιπόν εδώ, στο δωμάτιο που βρωμάει λαγνεία, στα σεντόνια που πλύθηκαν από τον ιδρώτα, στην υγρασία που προκαλεί η σήψη των συναισθημάτων και ο φθηνός ξεπεσμός.  Αν μ’ ακούς κάνε μόνο λίγο πιο πέρα, ελπίζω να μην σε ταράξουν στον ύπνο σου τα βογκητά και οι αναστεναγμοί των υπολοίπων.»

Χάιδεψε το χέρι του και απομάκρυνε τα χείλη της από το αυτί του. Έριξε ένα βλέμμα μίσους στην πόρτα που χτυπούσε επίμονα και πήγε στον καθρέφτη της, στην πύλη προς το θαμπό μέλλον της. Η ώρα ήταν περασμένες δώδεκα και η σταχτοπούτα είχε μεταμορφωθεί πάλι σε εκείνο το ρακένδυτο ρεμάλι με τις γρατζουνιές στα γόνατα και τους αγκώνες-τα σημάδια της μάχης ήταν εμφανή σε όλο το σώμα, σαν τα «στίγματα» που σε πληγώνουν για να σε κάνουν ν’ αγαπήσεις και να παραδεχθείς αυτό που δεν πιστεύεις.  Η άμαξα είχε γίνει κολοκύθα και η νονά-νεράιδα δεν φαινόταν πουθενά μέσα στον καθρέφτη. Ο πρίγκιπας είχε εμφανιστεί, είχανε χορέψει μαζί και τώρα είχε έρθει η σειρά της αποκάλυψης. Ίσως ποτέ να μην ήταν κάτι παραπάνω από αυτό το έκτρωμα που με τα βίας αναγνώριζε στο τζάμι του καθρέφτη, ίσως όλα αυτά τα λούσα, τα οχήματα, τα ρούχα και τα γοβάκια να της τα είχε δανείσει, με τον πιο δυσβάσταχτο τόκο βέβαια, η Λευκή φίλη της για την διάρκεια του πριγκιπικού χορού και μόνο.

Ο πρίγκιπας κοιμάται τώρα, έχει μόνο μια τελευταία ελπίδα, όταν στο τέλος της βραδιάς ξυπνήσει μήπως της μαρτυρήσει ο,τι είχε μέσα του καιρό, ότι την ήθελε, ότι την αγαπούσε, ότι του ήταν δύσκολο να το παραδεχθεί, ότι δεν έκανε κίνηση γιατί δεν θα μπορούσε να ορθοποδήσει κάτι μεταξύ τους – μόνο αυτός θα ήξερε το γιατί, ότι εν τέλει ήθελε εκείνη και όχι απλά ό,τι θα μπορούσε να του προσφέρει. Μια τελευταία εισπνοή, από τα δεξιά, για την μια τελευταία ελπίδα. Έντονα φώτα και παραισθήσεις ήταν τόση ώρα, οι παρενέργειες θα συνεχιστούν για πολύ ακόμη. Κοίταξε στον καθρέφτη, το είδωλο ήταν πιο θολό από ποτέ. Την ώρα που ο πρίγκιπας ακούστηκε κάπου στο βάθος, του μυαλού ή του δωματίου, ν’ αλλάζει πλευρό, εκείνη πλησίασε τον κατοπτριζόμενο εαυτό της και τον φίλησε- κι ο καθρέφτης ράγισε απ’ άκρη σ’ άκρη.

 

 

 


Read 1750 times

Latest from Super User