Δευτέρα, 09 Απριλίου 2012 19:35

Παράλλαλοι - Θεοδοσία Μπίτζου

Written by
1870

Παράλλαλοι


«Ποιος, ποιος, …ποιος;» ρωτούσε κουραστικά επανειλημμένα τον γιο της, καθώς αυτός την άλλαζε. «Κανείς, κανείς δεν είναι, ρε μάννα, ησύχασε, κανείς!» της απαντούσε εκείνος. Όμως, εκείνη επέμενε, με είχε δει από την ανοιχτή πόρτα της κρεβατοκάμαρας που καθόμουνα στο σαλόνι και ήθελε να μάθει ποια είμαι. Έδειχνε ανήσυχη, αναστατωμένη, τραβούσε τα σεντόνια, προσπαθούσε να σηκωθεί. «Άλλη, άλλη, …άλλη» συνέχιζε. «Ποια άλλη; Φαγώθηκες! Η Κατερίνα είναι, της κυρά Δέσποινας η κόρη, η μικρή, δεν την θυμάσαι;» της έλεγε εκείνος, αλλά εις μάτην, η κυρά Μαρίτσα δεν υπήρχε περίπτωση να με θυμηθεί. Δεν ήτανε μόνον το εγκεφαλικό, εξ αιτίας του οποίου δεν αναγνώριζε πλέον κανέναν –εκτός από τον γιό της–, ήταν και οι δυο δεκαετίες που είχε να με δει, πολλά είχαν αλλάξει επάνω μου, τα χρόνια χάραξαν το πρόσωπό, πέτρωσαν οι ώμοι, η φωνή άργεψε, η καρδιά αγάπησε το ψέμα μπροστά από την αλήθεια, άλλαξα και χρώμα στα μαλλιά, έγινα ξανθιά… Πού να με γνωρίσει η γυναίκα;

Στο άνοιγμα της μεσόπορτας φάνηκε ο Τάκης, «συγγνώμη» μου είπε «λίγο να την ετοιμάσω, για ύπνο και μετά θα τα πούμε με την ησυχία μας». «Παρακαλώ» του απάντησα «αλλοίμονο, κάνε τη δουλειά σου, δεν βιάζομαι, σήμερα εξ’ άλλου δεν δουλεύω, το παιδί το έχω ταχτοποιήσει, έχω χρόνο». Έγειρε την πόρτα και επέστρεψε στην κρεβατοκάμαρα. Σηκώθηκα από τον καναπέ και τράβηξα τις κουρτίνες να μπει περισσότερο από το φθινοπωρινό, απογευματινό φως στο δωμάτιο. Μια βαριά μυρωδιά μου έφτανε από μέσα, άνοιξα το παράθυρο, να μπει φρέσκος αέρας. Στο δρόμο, διαβάτες βιαστικοί να προλάβουν την μπόρα που θα ξεσπούσε από στιγμή σε στιγμή. Ο Τάκης συνέχιζε να μιλάει στη μαμά του, όπως μιλάμε στα μωρά, δυνατά και καθαρά απαντούσε στη δική της ακαταλαβίστικη γλώσσα. Πώς αντέχει; σκέφτηκα. Άθελά μου κοίταξα μέσα από το στενό άνοιγμα της πόρτας. Η κυρά Μαρίτσα, ένας σκελετός καλυμμένος από ένα πλαδαρό κιτρινωπό δέρμα, σχεδόν φαλακρή, ανασήκωνε την μαδημένη ήβη της, για να τις βάλει ο γιος της την καθαρή πάνα. Με αντιλήφθηκε που την έβλεπα, και κάρφωσε πάνω μου τα ματιά της. Ντράπηκα και απομακρύνθηκα από εκεί. Άρχισα να κοιτάζω τις φωτογραφίες πάνω στον μπουφέ.

Πίσω-πίσω καταχωνιασμένη, σε ασημιά από το χρόνο μαυρισμένη κορνίζα, η φωτογραφία της κυρά Μαρίτσας νύφη. Την ανέσυρα από την πίσω σειρά και την έφερα μπροστά. Εύσωμη, όλα της μεγάλα, με γεμάτο μπούστο και σφιχτά στρογγυλά μάγουλα κοίταζε σοβαρή, ευθεία μπροστά τον φωτογράφο. Δίπλα της, χαμογελαστός και καμαρωτός, ο μικρόσωμος κυρ Ντίνος, με τη στολή του καπετάνιου, παράξενα ψηλωμένος –τούριχνε δυο κεφάλια η κυρά Μαρίτσα, τον είχανε βάλει σε σκαμνί για να την φτάσει, θυμάμαι έλεγε η μαμά μου σαν ανέκδοτο– κρατούσε με το δεξί του χέρι την νύφη αγκαζέ και με το αριστερό του το καπέλο του, αφήνοντας έτσι εμφανή τη γυαλιστερή του φαλάκρα που έχασκε δίπλα στα παχιά του φρύδια, προκλητικά φυτεμένα λίγο πιο κάτω. Στη βάση της μυτερής του μύτης, μια τεράστια μαλλιαρή κρεατοελιά, –διακριτικό του, σήμα κατατεθέν!–.

Στο πλάι, σε μια μεγάλη χρυσαφιά κορνίζα, ο Τάκης μικρός. Ένα ψηλόλιγνο, μελαχρινό, αγόρι, σε μια πλατεία, Χριστούγεννα, δίπλα στο έλκηθρο του άι-Βασίλη, με κοντό παντελονάκι, σακάκι και παπιγιόν και ένα παράξενα σοβαρό για την ηλικία του ύφος, κρατάει σφιχτά, από το ένα χέρι τη μαμά του, που έχει χωρέσει άξια τις καμπύλες της σε ένα στενό ταγιέρ και από το άλλο χέρι ένα βιβλίο, δώρο για τις γιορτές. Πάντα, έτσι θυμάμαι τον Τάκη, από παιδιά που είμαστε, δεν έπαιζε μαζί μας στη γειτονιά, όλο μ’ ένα βιβλίο τον έβρισκες. Εγώ, πάλι ζωηρή, μέσα σ’ όλα, αγοροκόριτσο, μέχρι και ποδόσφαιρο έπαιζα. Η ηρεμία του Τάκη, όμως με είλκυε, ένοιωθα ότι είχε κάτι το ιδιαίτερο, εσωτερικό, κάτι που ήθελα να προσεγγίσω. Παρατούσα την παρέα και καθόμουνα δίπλα του στα σκαλιά, ρωτούσα τι διάβαζε, έδειχνα ενδιαφέρον έπαιρνα μαζί μου τα βιβλία που μου πρότεινε, αλλά δεν προλάβαινα να τα διαβάσω –πού να μείνει χρόνος από το παιχνίδι! –, του τα γύριζα, τα περισσότερα αδιάβαστα. Όμως, ήμουνα προσεχτική, δεν του έλεγα, ότι δεν τα είχα καθόλου ανοίξει, δεν ήθελα να τον χάσω από φίλο, αλλά ούτε και να τον πληγώσω, τον ένοιωθα εύθραυστο πίσω από τη μάσκα του ήσυχου, μελετηρού παιδιού.

Δίπλα στη φωτογραφία του Τάκη, μία άλλη μικρότερη σε ξύλινη κορνίζα, ο Γιάννης, ο αδελφός του. Είναι στην αυλή τους και σέρνει ένα αμαξάκι, μικροσκοπικός και αδύνατος, –ένα σαμιαμιδάκι–,  ξυπόλητος και κατσούφης, με τις ξανθές του μπούκλες αχτένιστες, κλείνει τα μάτια του στον έντονο ήλιο, που πέφτει όλος επάνω του. Ήτανε δύσκολο παιδί ο Γιάννης, όλο τον μάλωνε η κυρά Μαρίτσα, σκανταλιάρης και ανυπάκουος, της έκανε ζημιές και μετά κατέφευγε στη γειτονιά και εκείνη έξαλλη έψαχνε να τον βρει. Δεν μοιάζει καθόλου στον Τάκη, άλλο σώμα, άλλα χρώματα, άλλος χαρακτήρας, θαρρείς και δεν τους γέννησε η ίδια μάννα, μόνον στην έκφραση θυμίζει λίγο τον κυρ Ντίνο. Στο βάθος της φωτογραφίας  η κυρά Μαρίτσα μαυροντυμένη γαζώνει στη ραπτομηχανή της. Έχουν αρκετά χρόνια διαφορά τα δυο αδέλφια, ο μικρός γεννήθηκε όταν ο Τάκης πήγαινε ήδη στο δημοτικό. Η γέννησή του συνοδεύτηκε από το τραγικό γεγονός του θανάτου του πατέρα τους. Μόλις είχε σαραντίσει το μωρό, όταν ήλθε το μαντάτο ότι ο κυρ Ντίνος σκοτώθηκε προσπαθώντας να σβήσει μια φωτιά στο μηχανοστάσιο του πλοίου. Το πτώμα του δεν βρέθηκε. Η κυρά Μαρίτσα, αφού πένθησε τον άντρα της, έκανε την καρδιά της πέτρα και από εκεί που ήτανε κυρά και αφέντρα –μέχρι και ψυχοκόρη είχε, τη Βαγγελιώ, να την βοηθάει στις δουλειές–, έπιασε την βελόνα και άρχισε τα μεροκάματα από σπίτι σε σπίτι. Ολημερίς, τάκα-τούκα το πόδι της στη μηχανή έγινε εξαιρετική μοδίστρα, με ισχυρή άποψη στο τι μας πήγαινε, τα έφτιαχνε όπως εκείνη νόμιζε πως ήτανε καλύτερα και τελικά δικαιωνότανε…

Βγήκε ο Τάκης από το δωμάτιο, κουβαλώντας τα άπλυτα και τις αλλαξιές. «Σε ένα λεπτό, είμαι πίσω.» μου είπε, «Πάω να της βάλω κάτι να φάει και έρχομαι». Ήμουνα εντάξει, θα έριχνα μια ματιά στα βιβλία του. Ο Τάκης σπούδασε φιλολογία, αλλά εκτός από καθηγητής στο Λύκειο, παράλληλα ασχολείται και με τη συγγραφή. Τα έργα του είναι ιδιαίτερα, δεν έχουν έντονη πλοκή να σε τραβήξουν να τα διαβάσεις, για να δεις τι έγινε στο τέλος. Σημαντικό είναι αυτό που γίνεται κάθε στιγμή, σε κάθε σκηνή. Τα θέματά του είναι παρμένα από την καθημερινότητα, οι ήρωές του απλοί άνθρωποι ψάχνουν να ισορροπήσουν τις ανάγκες και τις αξίες τους, περνώντας σαν ακροβάτες πάνω από ένα τεντωμένο σκοινί, ενώ οι άλλοι –από κάτω– τους παρατηρούν έτοιμοι να τους καταβροχθίσουν στο στραβοπάτημα. Το ενδιαφέρον στοιχείο στα κείμενά του είναι η βαθειά ανάλυση αυτών των “άλλων”, οι οποίοι παρεμβαίνουν στην υπόθεση, βάζοντας εμπόδια, όχι ηθελημένα από κακία, αλλά από φόβο ότι θα χάσουν τον εαυτό τους, εάν δεχτούν τη διαφορετικότητα του “άλλου”. Στο τέλος, έρχεται ο συμβιβασμός, αλλά όχι με τον αναμενόμενο τρόπο και όχι όμοια για όλους…

Όλα αυτά τα χρόνια παρακολουθώ τον Τάκη από μακριά και παρόλο που πολύ θα το ήθελα, δεν είχε βρεθεί η ευκαιρία για να ξαναβρεθούμε. Δεν τολμούσα να τον ενοχλήσω, τι να έλεγα; «Γειά σου Τάκη, είμαι η Κατερίνα που ΔΕΝ! διάβαζε τα βιβλία σου, στην παλιά γειτονιά, με θυμάσαι;». Όταν, όμως, ο αρχισυντάκτης στην εφημερίδα που δουλεύω μου ανέθεσε τη στήλη με τις νέες εκδόσεις βιβλίων, στον πρώτο που τηλεφώνησα για συνέντευξη ήταν ο Τάκης. Το καινούργιο του βιβλίο: “Οι Παράλλαλοι” είχε αποσπάσει εξαιρετικές κριτικές κι έτσι είχα μια πολύ καλή δικαιολογία επανασύνδεσης. Με θυμήθηκε και χάρηκε πολύ που θα ξαναβρισκόμαστε.

Στο γραφείο του, εκεί δίπλα στο παράθυρο, σε στοίβα τα βιβλία του. Περιποιημένες εκδόσεις, αισθητικά άρτιες, οι λέξεις αρμονικά δεμένες με την εικόνα και στο εσωτερικό τα τυπογραφικά στοιχεία στη θέση τους. Ένα δροσερό αεράκι έμπαινε από το ανοιχτό παράθυρο, και οι πρώτες σταγόνες βροχής είχαν αρχίσει να πέφτουν. Έριξα τη ζακέτα μου στους ώμους. Πήρα τους “Παράλλαλους” και ξανακάθισα στον καναπέ. Το φρεσκοτυπωμένο χαρτί μύριζε ευχάριστα, όπως η πρώτη ημέρα στο σχολείο και το χέρι μου ακουμπούσε ευχάριστα επάνω του. Στο εξώφυλλο, ένα σμήνος αεροπλάνων σε σχηματισμό χάραζαν όμοιες παράλληλες γραμμές τον αέρα. Στο πίσω μέρος, τίποτα για το συγγραφέα. Μου άρεσε αυτή η σεμνότητα, σε κεντρίζει να ψάξεις το δημιουργό μέσα από αυτά που γράφει και όχι από αυτά που δηλώνει ότι είναι. «Ο αιώνια μυστηριώδης Τάκης» μονολόγησα «κόβει τον εαυτό του κομμάτια και τον κρύβει σε βιβλία, κάθε βιβλίο και άλλος του εαυτός, πρέπει να τα διαβάσεις όλα για να τον συνθέσεις». Ξεφύλλιζα, χωρίς να διαβάζω. Κάπου στη μέση, υπήρχε μια φωτογραφία, μια σύγχρονη φωτογραφία, το πορτραίτο ενός ηλικιωμένου άντρα. Έφερνε πολύ του κυρ Ντίνου, εάν βέβαια ζούσε, μπορεί κανένας αδελφός του, σκέφτηκα, το σόι του δεν το ξέραμε, ήταν από ένα χωριό, στη Βόρεια Ελλάδα. Ξαναέβαλα τη φωτογραφία στη θέση της και συνέχισα. Σε λίγο, επέστρεψε και ο Τάκης φέρνοντας ένα ποτό και δυο ποτήρια. Κάθισε απέναντί μου, σερβίρισε και μου πρόσφερε. Αγκάλιασα το κρυστάλλινο ποτήρι με την χούφτα μου και η έντονη μυρωδιά της κανέλας και του γαρύφαλλου του σπιτικού κονιάκ –της κυρά Μαρίτσας, τόφτιαχνε και η μαμά μου, παλιά ξεχασμένη αίσθηση– με χαλάρωσε ευχάριστα και κάθισα πιο αναπαυτικά στον καναπέ.

- Εντάξει, μου είπε, κοιμήθηκε.

- Πώς τ’ αντέχεις, τον ρώτησα, μπράβο σε θαυμάζω! Ο Γιάννης, έρχεται καθόλου, σε βοηθάει;.

- Έχω μια κυρία που έρχεται λίγες ώρες κάθε μέρα, όταν λείπω στη δουλειά. Ο Γιάννης, ξέρεις, νεαρός ενθουσιώδης επαγγελματίας δεν πολύ προλαβαίνει, μένει και μακριά… Αυτή η πόλη μας χωρίζει.

- Εντάξει, επέμεινα, όμως, μάννα του είναι, δεν μπορείς να το σηκώσεις όλο μόνος σου!

- Δεν βαριέσαι, βρε Κατερίνα, δεν τόχεις μάθει ακόμα; Ένας το φορτώνεται, παρακολουθούν οι άλλοι, “άλαλοι” την προσπάθειά σου και αν πέσεις κάτω από το βάρος, τότε σου λένε: «Αμάν βρε αδελφέ, γιατί το κουβάλησες όλο μόνο σου, δεν έλεγες καμιά κουβέντα να σε βοηθήσουμε;». Άστα, μην τα ψάχνεις, μου απάντησε.

- Αυτοί είναι οι “παρ-άλαλοι”; τον ρώτησα με ενδιαφέρον.

- Όχι, ακριβώς. “Παράλλαλοι” είναι οι “παράλληλοι άλλοι”, αυτοί που κινούνται μαζί μας σε κοινή πορεία, αλλά σε απόσταση, δεν αγγιζόμαστε μεταξύ μας, απλά προχωράμε προσπαθώντας να μην χάσουμε τη θέση που μας έχει οριστεί, και την κατεύθυνση που μας έχει χαραχθεί.

- Kαι οι δικοί σου παράλλαλοι, ποιοι είναι, Τάκη;

- Οι δικοί μου ε; .... , χμ... να κάνω ένα τσιγάρο, σε ενοχλεί; και πήρε τα τσιγάρα του από το τραπεζάκι μαζί με μια βαθειά ανάσα.

- Δεν καπνίζω, αλλά δεν πειράζει, αρκεί να μην ξεφυσάς επάνω μου…

Χαμογέλασε, έβαλε ένα τσιγάρο στο στόμα του, σηκώθηκε και απομακρύνθηκε από εμένα, στάθηκε δίπλα στο ανοιχτό παράθυρο. Άναψε το τσιγάρο, κάπνισε και μετά έβγαλε αργά-αργά όλον τον καπνό, κοιτώντας προς την πόλη. Επανέλαβε το ίδιο, δυο τρεις φορές ακόμα και μετά, άρχισε να μου μιλάει, αφήνοντας το χέρι με το τσιγάρο έξω.

- Οι δικοί μου παράλλαλοι, είναι τα μέλη μιας οικογένειας, που ζούνε χωριστά, δεν επιθυμούν να έχουν σχέση μεταξύ τους, αλλά υπάρχει κάτι που τους ενώνει και αυτό το κάτι ταυτόχρονα τους τυραννάει. Ο καθένας προσπαθεί με το δικό του τρόπο να ξεφύγει, αλλά ξαναγυρνάει στην στενάχωρη θέση του. Θα συμβεί ένα δυσάρεστο γεγονός, ένας θάνατος, θα ξαναβρεθούν όλοι μαζί και εκεί θα αναγκαστούν να μιλήσουν, θα αποκτήσουν  “λαλιά”, θα πει ο καθένας πώς βλέπει όλους τους υπολοίπους και πώς επηρεάζουν αυτοί τη ζωή του.

- Και μετά από αυτό, θα πάρει ο καθένας το δρόμο του;

Έσβησε το τσιγάρο στο βρεγμένο περβάζι και ξανακάθισε.

- Συνήθως από τους “οικογενειακούς παράλλαλους” δεν ξεφεύγεις, αλλά στην ιστορία μου, ναι, κάποιος τα καταφέρνει. Ποιος; Ο πιο ευαίσθητος, ένας καλλιτέχνης. Ναι, μην σου φαίνεται παράξενο, αυτός που έχει αυξημένη παρατηρητικότητα και αντιλαμβάνεται τις λεπτές αποχρώσεις της συμπεριφοράς των άλλων, αυτός θα μπορέσει και να τους κατανοήσει, θα βρει τον τρόπο να λύσει τους δεσμούς που τον δένουν μαζί τους, με αγάπη, χωρίς να τους πληγώσει, δεχόμενος ό,τι δεν μπορεί να αλλάξει… Η τέχνη του θα τον βοηθήσει σε αυτό. Κοίτα Κατερίνα, αυτό το βιβλίο, πρέπει να το διαβάσεις, όχι όπως τα άλλα!... , μου είπε χαμογελώντας με νόημα.

Ντράπηκα και έσκυψα το κεφάλι, να αποφύγω το βλέμμα του.. Ήξερε. Ήξερε ότι δεν διάβαζα τα βιβλία που μου έδινε, τότε που είμαστε μικροί. Δεν ήξερε, όμως, ότι ως ενήλικη διάβασα όλα του τα βιβλία, ψάχνοντας μέσα τους να βρω τον παιδικό μου φίλο και μαζί του και τη δική μου παιδική ηλικία, την αρχή μας. Εάν κάπνιζα, τώρα θα ήτανε σειρά μου να πάω στο παράθυρο και να κρεμαστώ, για να αποφύγω την αμηχανία της σκηνής, όμως βρήκα εναλλακτική λύση, άρπαξα το βιβλίο που πριν λίγο είχα αφήσει στο τραπεζάκι και άρχισα πάλι να το ξεφυλλίζω.

- Πές, μου, τώρα και για τους δικούς σου παράλλαλους, Κατερίνα, ανταπέδωσε.

- Ε, τι να σου πω, βρε συ Τάκη;. Δέκα χρόνια γάμου, δύο ζωές, επαγγελματίας και μητέρα και ξαφνικά ανακάλυψα ότι η οικογενειακή μου ευτυχία ήταν μονομερής, το έτερον ήμισυ την έψαχνε σε άλλες παράλληλες ερωτικές σχέσεις. Ένα Διαζύγιο. Ένα παιδί κομμένο στα δύο, χωρίς την Σολομώντεια σοφία. Τι άλλο;

- Πες μου για τη δουλειά σου.

- Η δουλειά μου με κρατάει. Είναι ο εαυτός μου. Όμως, η ζωή μου είναι το παιδί μου, που πρέπει να το μεγαλώσω μόνη μου, ξέρεις είναι πολύ δύσκολο.

- Ξέρω…

Ήξερε. Σιωπή απλώθηκε μεταξύ μας. Δαγκώθηκα, τι χαζή που ήμουνα, τις πληγές δεν τις ανασκαλεύουμε, τις αφήνουμε να κλείσουν και μετά τις κρύβουμε, γιατί οι άλλοι δεν καταλαβαίνουν πόσο μας έχουν πονέσει και από περιέργεια, αρχίζουν να μας τις πειράζουν, ξυπνώντας μας την αρχική οδύνη. Προσπάθησα να σκεφτώ ένα νέο θέμα συζήτησης, αλλά ο Τάκης έμοιαζε απών, είχε χωθεί πιο πολύ μέσα στον καναπέ, είχε γείρει το κεφάλι προς τα πίσω και κοιτούσε –κυριολεκτικά– το ταβάνι, ακίνητος, κρατώντας άσκοπα το άδειο ποτήρι του σφιχτά. Έκανα πως διάβαζα το βιβλίο του και ξαναέφτασα στην φωτογραφία του συγγενή του κυρ Ντίνου. Την κοίταζα πολύ ώρα, να καλύψω το κενό της κουβέντας μας, όχι ότι με ενδιέφερε, μέχρι που πρόσεξα την μαλλιαρή ελιά στη βάση της μύτης. Ασυναίσθητα, γύρισα και κοίταξα τον Τάκη απορημένη.

- Ναι! Κατερίνα, καλά υποθέτεις, μου είπε, είναι ο κυρ Ντίνος, ο πατέρας μου. Δεν ήτανε πεθαμένος όλα αυτά τα χρόνια, πέθανε πέρυσι από καρκίνο.

- Μα πώς; ψέλλισα, και καθηλώθηκα στη θέση μου, κρατώντας την φωτογραφία στο αριστερό και την επόμενη σελίδα του βιβλίου με το δεξί.

- Η κυρά Μαρίτσα, μου απάντησε, τα έκανε όλα, όχι πως ο πατέρας μου δεν έφταιξε, βέβαια... Ο κυρ Ντίνος ήτανε μεν ήσυχο ανθρωπάκι, αλλά ήταν άντρας των λιμανιών, ακόμα και το λίγο διάστημα που έμενε μαζί μας κολαζότανε, το μάτι του έπαιζε με τα θηλυκά, αλλά δεν τολμούσε να κουνηθεί όσο ήτανε δίπλα στην μάννα μου, κέρβερος ηθικής και τιμής, που τον κεραυνοβολούσε, κάθε που αντιλαμβανότανε ότι έστρεφε την προσοχή σε άλλη.

Με τα λόγια αυτά θυμήθηκα τον κυρ Ντίνο καθισμένο στην πόρτα τους με την φανέλα τα καλοκαίρια, περνούσαμε τα κοριτσάκια και μας πείραζε, τι φορούσαμε, εάν μεγάλωσε καθόλου το στηθάκι μας, τέτοια. Εμείς, σκάγαμε στα γέλια και περνούσαμε γρήγορα από την απέναντι πλευρά. Μόνον όταν ήτανε και η κυρά Μαρίτσα μαζί του καθισμένη έξω, παίρναμε την εκδίκησή μας, περνούσαμε επιδεικτικά αργά-αργά από μπροστά του, καμαρωτές-καμαρωτές, σινάμενες κουνάμενες και διασκεδάζαμε που τον βλέπαμε, που δεν μπορούσε να μιλήσει, και όλο τραβούσε τα παχιά του φρύδια, τα σάλιωνε και τα έστρωνε με νόημα, σαν να έλεγε, θα σας δείξω εγώ, άλλη μέρα, τσουπράκια…Το διηγήθηκα στον Τάκη και γελάσαμε, όλους τους πείραζε ο κυρ Ντίνος, ήτανε χωρατατζής, μόλις έβρισκε σε κάποιον την αχίλλεια πτέρνα, ε! αλλοίμονό του, δεν γλύτωνε με τίποτα.

- Ναι, Κατερίνα, έτσι, καλοπραίρετα, δεν ήτανε κακός άνθρωπος, αλλά του άρεσε ο ποδόγυρος. Τόκρυβε, βέβαια, να μην γίνει σκάνδαλο στην τοπική κοινωνία που ήτανε άκρως συντηρητική.

- Ήταν, όμως και πολύ ανεχτική ταυτόχρονα η γειτονιά μας, του αντιγύρισα. Θυμήσου τη Στέλλα, στο διώροφο στη γωνία, απέναντι από το σπίτι μας, μπαίνανε και βγαίνανε οι άντρες, παρόλα αυτά την έπαιρναν οι γειτόνισσες για καμιά πλύση, θυμάμαι τη μαμά που έλεγε «έ, να την βοηθήσουμε την καημένη, μπας και τραβηχτεί!».

- Έχεις δίκιο, παραδέχτηκε, όμως η ρετσινιά δεν έφευγε ποτέ και μετά οι άλλοι δεν ξεχνούσαν και να ήθελες να την αλλάξεις, δεν άλλαζε. Ο γιος της Στέλλας, που μόλις ανέφερες, πολύ καλό παιδί και σοβαρό, δεν του δίνανε τη Μαρία οι γονείς της –θαρρείς και έφταιγε αυτός για τη ζωή της μητέρας του– και αναγκαστήκανε τα παιδιά να φύγουν να μείνουν μακριά. Οι γονείς της δεν της συγχωρήσανε ποτέ που παντρεύτηκε χωρίς τη θέλησή τους. Βλέπαμε τις ζωές των άλλων, κάπως σαν σε θέατρο, άνοιγε η αυλαία και παρατηρούσαμε μέσα από τα ανοιχτά παράθυρα τα δράματα που διαδραματίζονταν και ανάλογα, γελάγαμε, συμπονούσαμε, ενίοτε συνδράμαμε, αρκεί το “λάθος” να μην μας άγγιζε, να μην έμπαινε στο δικό μας σπίτι. Η δική μας ζωή όφειλε να είναι αψεγάδιαστη και εάν κάτι μας συνέβαινε, κλείναμε τα παράθυρα, τραβούσαμε τις κουρτίνες, μιλάγαμε χαμηλόφωνα να κρύψουμε την ντροπή, να μην μας βάλουν στο στόμα τους οι άλλοι.

- Και με τον πατέρα σου, Τάκη, τι έγινε; επανέφερα το θέμα.

- Θυμάσαι τη Βαγγελιώ με ρώτησε, την ψυχοκόρη μας;.

Μα, φυσικά και την θυμόμουνα, ένα αδύνατο, ξανθό κοριτσάκι, λίγο μεγαλύτερο από εμάς που την είχε πάρει η κυρά Μαρίτσα από το χωριό, πριν χάσει τον άντρα της, να την βοηθάει στις δουλειές. Ήτανε λίγο χαζούλικο, ή τουλάχιστον έτσι μας έμοιαζε, γιατί δεν πολυμιλούσε, όλη μέρα μέσα στο σπίτι με τις δουλειές. Την πειράζαμε, με την αφελή σκληρότητα των παιδιών, πηγαίναμε ένα τσούρμο στην πόρτα τους και τραγουδούσαμε: «η Λιλίκα απ’ το χωριό, έκανε έτσι τα λαλά της…», –πού το είχαμε σοφιστεί;– και εκείνη έτρεχε και κρυβότανε μέσα στο σπίτι, για να μας αποφύγει. Πολύ χαιρόμαστε που την κοροϊδεύαμε, οι πρωτευουσιάνες...! Του τα θύμησα.

- Ε, αυτό το χαζό, όπως λες κοριτσάκι, βρήκε ο κυρ Ντίνος να πειράξει, κάτω από τη μύτη της κυρά Μαρίτσας. Η μάνα μου, που καθόλου χαζή δεν ήτανε, κατάλαβε την αλλαγή στο σώμα της μικρής, γέμισαν τα στήθη της, στρογγύλεψε η κοιλιά της, ναυτίες, λιγούρες. Άρχισε να την ρωτάει, μέχρι που τελικά της τα μαρτύρησε όλα, την είχε πιάσει ο πατέρας μου στο πλυσταριό, ένα πρωινό που η μάνα μου είχε πάει στον Πειραιά για ψώνια. Μετά, άλλες δυο τρεις φορές. Η μάνα μου στην αρχή δεν το πίστευε, όμως μετά συνδύασε τα στοιχεία, θυμήθηκε την ημέρα που γυρίζοντας βρήκε την Βαγγελιώ κλαμένη χωρίς λόγο, την ξαφνική αναχώρηση του άντρα της, ένα μήνα πριν το κανονικό και το ότι είχε σταματήσει να την θέλει στο κρεβάτι. Μου τάπε όλα η ίδια η μάνα μου, λίγο πριν πάθει το δεύτερο εγκεφαλικό, δεν ήθελε να το πάρει μαζί της στον τάφο... Η εγκυμοσύνη ήτανε προχωρημένη, δεν γινότανε τίποτα. Τι να έκανε; Άρπαξε το κορίτσι –δεκαπέντε χρονών ήτανε δεν ήτανε– και πήγανε μαζί στην Πάτρα, για να γεννήσει. Εμένα με άφησε στη γιαγιά μου και είπε σε όλους ότι πάει ταξίδι με τον άντρα της, μεγάλο διάστημα, στην Άπω Ανατολή. Εκεινού του μήνυσε, να μην διανοηθεί να ξαναπιάσει Πειραιά, ποτέ των ποτών! Μόλις γεννήθηκε το μωρό, ταχτοποίησε το κορίτσι –...– και το ξανάστειλε πίσω στο χωριό του, βάζοντάς του στην τράπεζα ένα σημαντικό ποσόν για προίκα, ήθελε να αποκαταστήσει το λάθος του άντρα της. Πήρε το μωρό και γύρισε πίσω, τάχατες πως ήτανε δικό της, τόπιασε στο καράβι, αλλά δεν μπορούσε να γυρίσει και το γέννησε πρόωρο στην ξενιτιά. Όλα ταχτοποιημένα, χαρτιά, τα πάντα. Στο τέλος, “πέθανε” και τον κυρ-Ντίνο, τον πένθησε για τα μάτια του κόσμου και τέρμα. Το πήρε όλο πάνω της. Δούλεψε σκληρά για να τα βγάλει με αξιοπρέπεια εις πέρας, να μας μεγαλώσει, να μας σπουδάσει, ξέρεις τώρα εσύ, ας μην τα λέμε. Μεγάλωσε τον Γιάννη μας, το μούλικο του άντρα της, σαν δικό της παιδί.

- Και η άλλη τι απέγινε; ρώτησα με περιέργεια.

- Παντρεύτηκε, έκανε άλλα παιδιά, ταχτοποιήθηκε. Πήγα και τη βρήκα –διακριτικά–, έκανε πως δεν θυμότανε τίποτα, δεν ρώτησε τίποτα για το παιδί της, θαρρείς και δεν το γέννησε, αλλά το πέταξε από πάνω της..., αλλά και πάλι, τι να έκανε; Ένα τρομοκρατημένο κοριτσάκι ήτανε, τότε…

- Και ο πατέρας σου;

- Πριν από δυο χρόνια, έψαξα να τον βρω. Τον βρήκα, μέσω του Ερυθρού Σταυρού. Πήγα και τον είδα στο σπίτι του, σε ένα χωριό στην Βόρεια Ελλάδα. Μόνος και έρημος. Δεν είχαμε και πολλά να πούμε. Να πω, ότι δεν έφταιγε; Έφταιγε, αλλά τιμωρήθηκε δυσανάλογα με το κρίμα του, σήμερα ποιος θα έδινε σημασία; Κρατήσαμε μια επικοινωνία μεταξύ μας, μέχρι που με ειδοποίησαν, ότι ήταν βαριά άρρωστος. Πέθανε. Δεν άφησε τίποτα, ό,τι έβγαζε τα έφαγε όλα.

- Ο Γιάννης τα ξέρει;

- Ναι, τα ξέρει, του τα είπα εγώ. Δεν τους έχει συγχωρέσει, δεν ξέρω ποιον περισσότερο, τον πατέρα που κακοποίησε την μάνα του, την μάνα του που τον εγκατέλειψε ή την μάνα μου που τους χώρισε; ... Τους σέρνει μέσα του σαν φαντάσματα, που τον ακολουθούν σιωπηλά σε κάθε του βήμα.

- Εσύ;

- Εγώ; Tι; Ζω ξέροντας ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι υπάρχουν ή υπήρξαν στη ζωή μου, νομίζω ότι έχω συμφιλιωθεί με την παρουσία τους ή την απουσία τους. Δεν προσπαθώ να τους κρύψω, να τους αγνοήσω, όπως ο Γιάννης, τους πλησίασα, τους άκουσα, τους έβγαλα στο φως. Και κάτι άλλο ακόμα, έγραψα για αυτούς στα βιβλία μου, τους έκανα ήρωες, τους έβαλα να απαντήσουν σε ερωτήσεις, τους έβαλα να κάνουν διαφορετικές επιλογές να ζυγίσω το αποτέλεσμα. Έτσι, τους δέχτηκα και ίσως και να τους αγάπησα, έτσι όπως ήτανε, με τις αδυναμίες τους... Τι άλλο;

Με αυτά τα λόγια, επικράτησε μεταξύ μια μεγάλη σιωπή, λυτρωτική, σαν την βροχή που πριν λίγο είχε πέσει και καθάρισε τους βρώμικους δρόμους. Το παλιό ρολόι του τοίχου χτύπησε εννέα η ώρα, έπρεπε να πάω να πάρω το παιδί, την επομένη είχε σχολείο.  Η κυρά Μαρίτσα είχε στο μεταξύ ξυπνήσει και ζητούσε τον γιο της. Ρώτησα τον Τάκη, εάν θα μπορούσα να την αποχαιρετήσω, δεν ήθελα να φύγω έτσι, χωρίς να την αποχαιρετήσω, ποιος ξέρει εάν θα την έβλεπα ξανά ποτέ. Μου απάντησε ότι δεν υπήρχε πρόβλημα. Μπήκα στο δωμάτιο. Η κυρά Μαρίτσα σε κρεβάτι με κάγκελα, όπως τα μωρά. Με κοίταξε έντονα και έδειξε την ίδια ανησυχία με προηγουμένως, ήθελε να μάθει ποια ήμουνα και άρχισε πάλι να λέει συνεχώς: «Άλλη, άλλη, …άλλη». Της έπιασα το χέρι και της το χάιδεψα απαλά. Χαλάρωσε. «Όχι, κυρά Μαρίτσα» της είπα «όχι, δεν είμαι η άλλη, μην σκέφτεσαι τους άλλους. Εσύ έχεις εδώ τον Τάκη, το παλικάρι σου, που σε φροντίζει και σ’ αγαπάει, βασίλισσα σ’ έχει. Έκανες καλά παιδιά κυρά Μαρίτσα, πρέπει να είσαι υπερήφανη γι’ αυτά. Μακάρι κι εμάς τα παιδιά μας έτσι, μακάρι!». Πρέπει να με κατάλαβε, ένα δάκρυ κύλησε από το μάτι της, δάκρυ συγκίνησης και μαζί του ένα χλωμό χαμόγελο χαράκτηκε στο ρουφηγμένο πρόσωπό της.

Τους καληνύχτισα και έφυγα. Πήρα τον παράδρομο της εθνικής, ήθελα λίγο ησυχία, να σκεφτώ όλα όσα διαδραματίστηκαν εκείνο το απόγευμα. Στο άρθρο μου δεν θα ανέφερα τίποτα για το τι σήμαιναν οι «Παράλλαλοι» στην πραγματική ζωή του συγγραφέα. Μπορεί αυτές οι λεπτομέρειες να φαίνονταν πολύ ενδιαφέρουσες στο κοινό και να αυξάνανε τις πωλήσεις του βιβλίου, μπορεί και να μην πείραζε καθόλου τον Τάκη αυτή η δημοσιοποίηση, αλλά δεν το ήθελα εγώ αυτό. Εάν το έκανα, οι άλλοι θα διαβάζανε το βιβλίο κυρίως για να ικανοποιήσουν την περιέργειά τους, δεν θα δίνανε τη δέουσα σημασία στα γραφόμενα, έτσι θα χάνανε την ευκαιρία να ταυτιστούν με τους ήρωες, να αναρωτηθούν, να προβληματιστούν, να βρουν ενδεχομένως μέσα από την ιστορία λύση στα δικά τους προβλήματα, να εξελιχθούν, να προχωρήσουν στη ζωή τους. Γιατί, αυτό δεν είναι και το βαθύτερο πνεύμα της τέχνης, των “καλών” τεχνών, που λέμε, να μας κάνει καλύτερους ανθρώπους; Όχι, σαν τους “άλλους”…!

 


(2ο βραβείο στον 27ο Παγκρήτιο Διαγωνισμό Διηγήματος, τον Νοέμβριο του 2011)

Read 1870 times

Latest from Super User