Σάββατο, 28 Φεβρουαρίου 2015 10:10

ΜΠΛΕ ΓΡΑΜΜΗ - Σμαραγδή Μητροπούλου

Written by
1999

ΜΠΛΕ ΓΡΑΜΜΗ

Σμαραγδή Μητροπούλου

Πρωινό Σαββάτου, σχεδόν 7. Πιστός στην προσφιλή του συνήθεια, ο Πέτρος σηκώθηκε νωρίς. Στην κουζίνα τον περίμενε ήδη αχνιστός αχνιστός, μαζί με ένα πιατάκι φρέσκα κουλουράκια, ο καφές που του είχε φτιάξει η κυρα-Ασημίνα, η γυναίκα που ερχόταν κι έκανε την καθαριότητα στο σπίτι.

 

 

Τράβηξε μια καρέκλα κοντά στο παράθυρο κι άρχισε να πίνει τον καφέ του με αργές γουλιές, παρατηρώντας την ανατολή του ήλιου.  ΄Εξω στο κηπάκι, ήδη η κυρα-Ασημίνα μάζευε με τη σκούπα κι έριχνε μέσα σε μία μαύρη σακούλα σκουπιδιών τα κίτρινα φύλλα από τα δέντρα. Της έγνεψε με το χέρι, λέγοντας «καλημέρα» κι ύστερα, άφησε το φλιτζάνι στην άκρη και, δαγκώνοντας αργά ένα κουλουράκι, άνοιξε το πακέτο που του είχε φέρει την προηγούμενη μέρα ο ταχυδρόμος.

Ξεφύλλισε με αργές κινήσεις τις σελίδες του περιοδικού, χαμογέλασε αχνά, όταν είδε το άρθρο του και το άφησε στην άκρη.

Τι μου συμβαίνει τον τελευταίο καιρό; αναρωτήθηκε.

Τίναξε το κεφάλι του, σαν να ήθελε να το απαλλάξει από οιαδήποτε σκέψη. Σε λίγο θα τέλειωνε το πρωινό του, θα πήγαινε μέχρι την Αποκάλυψη να συζητήσει με τον πατέρα- Θεοφάνη για την αυριανή λειτουργία και ύστερα θα επέστρεφε στο σπίτι για να κλειστεί στο γραφείο του, να συγγράψει και να μελετήσει.  Το απογευματάκι ίσως να έκανε τον περίπατό του. Γιατί ο Πέτρος απολάμβανε ιδιαίτερα τους μοναχικούς περιπάτους στη φύση μέσα από μονοπάτια ξεχασμένα απ’ το χρόνο.

Eκείνο που τον τραβούσε ιδιαίτερα, ήταν μια πολύ ξεχωριστή τοποθεσία έξω από τη Σκάλα, γεμάτη ουρανό και θάλασσα, ενώ ένα μικρό, λιγάκι απότομο στενό, πίσω από ένα σπιτάκι, που τον περισσότερο καιρό παρέμενε κλειστό, οδηγούσε σε μία μικρή απομονωμένη πλαζ.  Εκεί στεκόταν και θαύμαζε το τοπίο κι όταν ο καιρός ήταν καλός κατέβαινε το μονοπάτι και  καθόταν στην άμμο ακολουθώντας με το βλέμμα τη γραμμή της θάλασσας...κι ήταν ένα χρώμα βαθύ μπλε…..

Δεν ήταν βέβαια ο μόνος που ένιωθε συνδεδεμένος με το μέρος αυτό.

Εκεί πήγαινε συχνά και ο Μάνος, έστηνε το καβαλέτο του και αποτύπωνε με χρώματα, άλλοτε τη θάλασσα (ήρεμη ή φουρτουνιασμένη) κι άλλοτε τη λεπτομέρεια ενός μικρού λουλουδιού κρυμμένου μέσα στα χορτάρια.

Ο Πέτρος χαμογέλασε στη σκέψη του νεαρού που δάμαζε τα άπειρα χρώματα με το πινέλο του  και τις βυζαντινές μελωδίες με τη φωνή του. Τις Κυριακές έψελναν δίπλα δίπλα στο Σπήλαιο της Αποκάλυψης….

«Τι θες να σου φτιάξω για το μεσημέρι, κυρ-Πέτρο μου;» η φωνή της κυρα-Ασημίνας τον επανέφερε στην πραγματικότητα.

«Ε;» έκανε.

«Τι να σου φτιάξω για το μεσημέρι;» ξαναρώτησε η γυναίκα.

«Χμ……ό,τι καλύτερο νομίζεις εσύ…..», είπε ο Πέτρος, ενώ στο μυαλό του τριβέλιζαν διάφορες σκέψεις.

Σημείωσε κάτι στο μπλοκάκι που κουβαλούσε πάντα μαζί του και το έχωσε στην τσέπη του….

Ένας ζεστός φθινοπωρινός ήλιος (κι ας ήταν σχεδόν τέλη Νοέμβρη) τον υποδέχτηκε, καθώς βγήκε απ’ το σπίτι.  Θα’ θελε πάρα πολύ να κάνει τη διαδρομή μέχρι το σπήλαιο της Αποκάλυψης με τα πόδια, όμως δεν ήθελε ν’ αφήσει τον πατέρα-Θεοφάνη να περιμένει….

Καθώς βάδιζε προς τη στάση του λεωφορείου, το βήμα του κόντυνε λίγα μόλις μέτρα έξω από το ΠΕΡΙΤΕΧΝΟ, το μαγαζί με τις αντίκες και τα έργα τέχνης, που βρισκόταν στο κεντρικότερο σημείο της μικρής πλατείας.

Με το πρόσωπο σχεδόν κολλημένο στο τζάμι, να παρατηρεί τη θαλασσογραφία που δέσποζε στη βιτρίνα, ο Μάνος απορροφημένος στο δικό του κόσμο. Και δίπλα του…εκείνη…!! Η Ανθή….!! Να του μιλά χαμογελαστή….


**********

Η Ανθή….

Όλα ξεκίνησαν τρεις μήνες πριν.

Απόγευμα Κυριακής ήταν, η τελευταία των διακοπών, μιας και τη Δευτέρα άνοιγαν τα σχολεία, κι ο Πέτρος είπε να επισκεφθεί και πάλι την «περιοχή του παραδείσου», όπως την ονόμαζε.

Είχε φτάσει σχεδόν στα μισά του μονοπατιού, όταν είδε ένα γυναικείο, ημίγυμνο σώμα να ξεπροβάλει κατά διαστήματα μέσα από το νερό.  Οι κινήσεις της ήταν ρυθμικές, σχεδόν χορευτικές, καθώς κολυμπούσε κατά μήκος της ακτής.

Ο Πέτρος ξεροκατάπιε κι ανοιγόκλεισε τα μάτια του, νομίζοντας πως μάλλον ονειρευόταν. Σίγουρα ήταν κάτι σαν αντικατοπτρισμός που θα διαλυόταν, καθώς ο ήλιος έγερνε στη δύση του.

Ξανάνοιξε τα μάτια του και την είδε να τυλίγεται με ένα λευκό μπουρνούζι, ενώ με μια χτένα προσπαθούσε να ξεμπερδέψει και να χτενίσει τα μαλλιά της.

Ύστερα μάζεψε τα πράγματά της και πήγε ν’ ανέβει στο μονοπάτι. Ίσα που πρόλαβε ο Πέτρος να οπισθοχωρήσει και να φύγει, προτού εκείνη τον αντιληφθεί.

Εκείνο το βράδυ δεν μπόρεσε να κοιμηθεί. Στο μυαλό του, μα και στο σώμα του, ήταν έντονη η εικόνα της…..

Πόσο μεγάλη ήταν η έκπληξή του, όταν την επόμενη μέρα, που θα γινόταν κι ο αγιασμός, ο σχολάρχης τους παρουσίασε τη νέα τους συνάδελφο. Δεν ήταν άλλη από την υπέροχη οπτασία που είχε δει μόλις την προηγούμενη μέρα στο ακροθαλάσσι.

Την Ανθή!!!.

**********


«Είμαι σίγουρη, Μάνο, πως οι δικοί σου πίνακες είναι πολύ ανώτεροι από το έργο αυτό που με τόσο θαυμασμό παρατηρείς….», έλεγε εκείνη τη στιγμή η Ανθή.

Ο Μάνος κοκκίνισε ελαφρά.

«Σας…σας ευχαριστώ!...» είπε κοιτάζοντάς την κατάματα, ενώ ο νους του ταξίδευε.


**********


Κρατώντας προσεκτικά το πινέλο, ο Μάνος παρατήρησε για λίγο τη λευκή γαρδένια και μετά άρχισε να την αποτυπώνει προσεκτικά στο καβαλέτο του.   Εδώ και λίγες εβδομάδες το μικρό σπιτάκι πάνω απ’ τα βράχια, με τη συγκλονιστική θέα στη θάλασσα, είχε αρχίσει να αποκτά ζωή… Φρεσκοβαμμένο, περιποιημένο, ο κήπος ξεχορταριασμένος και γεμάτος γλάστρες με διάφορα άνθη, με τις γαρδένιες να κυριαρχούν.

Σίγουρα θα πρόκειται για κάποια μοναχική, ρομαντική ψυχή, συλλογίστηκε, ενώ ζωγράφιζε.

Το βλέμμα του σκιάστηκε για λίγο. Σε μια βδομάδα θα ξανάρχιζε το σχολείο, έτσι δεν θα’ χε πια τόσο ελεύθερο χρόνο να εμπνέεται και να ζωγραφίζει. Κάποιον τρόπο όμως θα’ βρισκε, χωρίς να παραμελεί τα μαθήματά του….

Ο θόρυβος της πόρτας του σπιτιού που άνοιγε, του απέσπασε την προσοχή.

Μια νεαρή γυναίκα, βγήκε στον κήπο, πήρε ένα ποτιστήρι, το γέμισε νερό απ’ τη βρύση κι άρχισε να ποτίζει προσεκτικά τις γλάστρες με τα λουλούδια, τραγουδώντας ένα παλιό, νοσταλγικό  τραγούδι που μιλούσε για αγάπες χαμένες και μαραμένες…..

Ο Μάνος άφησε το πινέλο στο πλάι.

Πόσο υπέροχα τραγουδά, σκέφτηκε και χειροκρότησε αυθόρμητα.

Η γυναίκα του χαμογέλασε- τι γλυκό χαμόγελο, τι όμορφα μάτια…προπάντων τα μάτια, ξανασκέφτηκε ο Μάνος-κι αυθόρμητα έκοψε μια γαρδένια και του την έδωσε.

Εκείνο το βράδυ, κοιμήθηκε με νανούρισμα τη φωνή και το τραγούδι της.

Και τι έκπληξη ένιωσε όταν, μια βδομάδα μετά, η γυναίκα με τη γαρδένια, όπως την ονομάτιζε μιας και δεν ήξερε καν πώς την έλεγαν, μπήκε στην τάξη του, τη Β΄ Λυκείου! Θα έκαναν μαζί το μάθημα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας.

Και το όνομά της; Ανθή!!

Όταν διασταυρώθηκαν τα βλέμματά τους, πρόσεξε ότι στο χέρι της φορούσε ένα ασημένιο δακτυλίδι με λευκές πέτρες σε σχήμα γαρδένιας.


**********


«Μάνο, καλημέρα!» Κοφτή η φωνή του Πέτρου, τον επανέφερε στην πραγματικότητα.

«Καλημέρα, δάσκαλε!»

«Τι ευχάριστη έκπληξη, αγαπητή Ανθή», ξανάπε ο Πέτρος, απευθυνόμενος στη συνάδελφό του.  «Τι πιο φυσικό να σας δω και τους δυο στο ΠΕΡΙΤΕΧΝΟ».

«Υποθέτω βέβαια πως η συνάντησή σας ήταν τυχαία, έτσι;» πρόσθεσε –δήθεν αστειευόμενος.

«Να…εγώ…εμείς…δηλαδή….», ο Μάνος κόμπιασε.

Λίγο ακόμα και θα την έπαιρνες αγκαλιά, μικρέ ανόητε, σκέφτηκε ο Πέτρος. Λες και δεν μπορώ να διαβάσω το βλέμμα σου, νομίζεις….

«Θέλω να αγοράσω μερικά διακοσμητικά για το σπίτι…», είπε η Ανθή

«Κι εγώ…μερικά καινούργια χρώματα….να φτιάξω μια θαλασσογραφία σαν αυτή…σαν αυτή εδώ…», είπε κι ο Μάνος, δείχνοντας προς το μέρος της βιτρίνας.

Μια θάλασσα ακίνητη εντελώς….μια μπλε γραμμή ολόιση…δίχως κυματάκια….δίχως παφλασμούς….σαν μια ζωή γραμμική…ρηχή και μουντή, συλλογίστηκε η Ανθή.

«Εσύ θα φτιάξεις πολύ πιο όμορφα πράγματα….….έχεις το χάρισμα….», είπε στον Μάνο, ακουμπώντας το χέρι της στον ώμο του.

Κι εσύ….κι εσύ έχεις το χάρισμα Ανθή….να…. η καρδιά του Πέτρου άρχισε να χτυπά άτακτα.

«Πηγαίνω στον πατέρα-Θεοφάνη. Μιας και σε βρήκα, καλό θα’ ταν να’ ρθεις κι εσύ μαζί μου, Μάνο!» είπε.

«Μα….»

«Πρέπει να συνεννοηθούμε για κάποια θέματα που αφορούν αύριο τη χορωδία», επέμεινε ο Πέτρος και τον τράβηξε ελαφρά από το μπράτσο. «Δε θα μας πάρει πολύ. Μετά θα’ σαι ελεύθερος……»

Η Ανθή έκανε νόημα στο Μάνο σαν να του έλεγε ότι έπρεπε να υπακούσει. Ύστερα χαιρέτησε μ’ ένα χαμόγελο και μπήκε στο μαγαζί.

«Θα’ θελα…θα’ θελα να ‘ σαι πιο προσεκτικός….», είπε σιγανά, μα αυστηρά, ο Πέτρος στον νεαρό.

Εκείνος κούνησε το κεφάλι. Προτού ακολουθήσει το δάσκαλό του γύρισε κι έριξε μια ματιά στη θάλασσα. Ακούστηκε ο απαλός ήχος που έκανε το κυματάκι καθώς έσκασε στην ακτή. Το χρώμα….βαθύ μπλε.

Read 1999 times

Latest from Super User