Παρασκευή, 22 Απριλίου 2016 12:55

ΤΑ ΑΕΡΟΠΛΑΝΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ, Κασσάνδρα Αλογοσκούφι

Written by
2036

 

ΤΑ ΑΕΡΟΠΛΑΝΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Κασσάνδρα Αλογοσκούφι



(αυτή η φόρμα χρησιμοποιήθηκε το 1994 από την εταιρεία United Colors of Benetton για το λανσάρισμα νέας collection, πωλήθηκε για λίγα δολάρια από τον πατέρα του στρατιώτη νεκρού στον πόλεμο της Βοσνίας)


Πράξη Ι

[μια γυναίκα ντυμένη στα λευκά μονολογεί.]

Σαλαμίνα, 2016, περατζάδα με το αμάξι τα freddo στο χέρι και ψηλά στον ουρανό τούρκικες φρεγάτες παραβαίνουν τα σύνορα που σχηματίζουν τα σύννεφα και χωρίζουν το ξένο από το εθνικό.. Ύδατα, αέρας, γη όλα δικά τους. Για μας τίποτα. Σα να βγαίνουν κυνήγι φάλαινας. Αυτοί το φαλαινοθηρικό εμείς το μουρουνέλαιο που κρύβεται μέσα στα κοίτη. Βρίσκω επιτέλους το τραγούδι που σου έλεγα: ultravox, reap the wind και στο video clip αεροπλάνα του πρώτου και δεύτερου παγκόσμιου. Υμνείς την επέλαση του τρίτου. Χειροκροτείς σαν παιδί αφήνοντας το τιμόνι στα χέρια της τύχης. Ωχ, δε θέλω να συμβεί, σου λέω. Θα πεθάνει πολύ κόσμος σου λέω, του λέω.

Όχι δε θέλω να συμβεί…

Όχι δε θέλω να συμβεί…

Όχι δε θέλω να συμβεί…

[σβήνουν τα φώτα]

Πράξη ΙΙ

[η ίδια γυναίκα ντυμένη στα κόκκινα μονολογεί.]

Σε καλούν στις νατοϊκές ασκήσεις. Περιπολία στα ακριτικά νησιά. Χαμογελαστός φεύγεις, χαμογελαστός ξέρω ότι επιστρέφεις. Πάτμος, Λέρος, Κάλυμνος, Κω, Τήλος, Ρόδος, Κάρπαθος, Αστυπάλαια. Λείπεις τρεις μήνες. Κάθε μέρα κάνετε τις ίδιες περιπολίες. Ψάχνετε τις πορτοκαλί βάρκες με τους σκούρους ανθρώπους και τις πορτοκαλί μπλούζες. Άστο είναι μεγάλο το παιχνίδι. Οι λιμενικοί μας, καρφώνουν τις ώρες των περιπολιών και οι ανθρωπέμποροι στέλνουν τις πορτοκαλί βάρκες τις ώρες που αλλάζουμε βάρδιες. Άσ’ το είναι μεγάλο το παιχνίδι. Τα νατοϊκά καράβια συνοδεύουν τις βάρκες και οι βάρκες έρχονται να εγκλωβιστούν στην χώρα του ποτέ εκεί που πεθαίνουν οι φυλές. Η κάθοδο των μυρίων και η άνοδος στις χώρες του Βορρά που ποτέ μα ποτέ δε θα συμβεί.

Πράξη ΙΙΙ

[η ίδια γυναίκα ντυμένη στα μπλε μονολογεί.]

Περιμένω στο λιμάνι. Επιστρέφει η πυραυλάκατός σου. Ρωτώ το όνομά σου. Δίνω τα στοιχεία σου. Λέω ότι είμαι συγγενής. Μου ζητάνε να φύγω και να απομακρυνθώ από το χώρο του πολεμικού ναυτικού. Δείχνω μία φωτογραφία σου που είμαστε μαζί. Πάλι δε σε αναγνωρίζουν. Λένε ότι το πλοίο έφυγε και επέστρεψε με πλήρες πλήρωμα. Δεν έπεσε κανείς από τον ουρανό. Δεν πέθανε κανείς στο νερό. Δεν έπεσε κανένα αεροπλάνο σε βουνό και όλοι οι άνθρωποι με τα πορτοκαλί πλέουν ασφαλείς σε προγραμματισμένους προορισμούς.

Πράξη ΙV

[η ίδια γυναίκα ντυμένη στα μαύρα μονολογεί.]

Πιάνω τον εαυτό μου να μιλά σε κάτι που υπήρξες εσύ κάποτε. Τώρα είσαι φάντασμα και πλάσμα της φαντασίας μου. Σου μιλώ. Θέλω να θυμηθείς αυτά που ζήσαμε μαζί και να μην είναι μόνο στοιχειώματα της φαντασία μου. Σου γράφω ένα γράμμα και το ταχυδρομώ να διαβαστεί από την Πράξη V. Θα είναι ένα χρόνο μετά την εξαφάνισή σου. Είναι μνημόσυνο δικό σου και δικό μου. Μνημονεύουμε αυτό που ζήσαμε πάνω στο νησί. Τότε, που… Πρίν, από…

Έκτοτε κυκλοφορώ με μια φωτογραφία σου και σε θεωρώ αγνοούμενο. Σε αναζητώ ανάμεσα στους ζωντανούς. Ρωτώ αν σε είδαν σε κάποιο νησί ή αν ξέρουν το όνομά σου. Κανείς. Κανείς όμως δε σε είδε. (Λυγμός)

Πράξη V

[Είναι σκοτεινό το δωμάτιο. Εσύ ντυμένος με τα ρούχα της δουλειάς γεμάτα λάδια και νερά. Εγώ ντυμένη με ένα λευκό φόρεμα όπως τότε στην αρχή. Κρατάω μια φωτογραφία σου γελαστή με τη λευκή στολή αξιωματικού και λευκό καπέλο σε κάδρο και μια κορδέλα μαύρη δείχνει ότι έχεις φύγει. Φαίνεσαι να είσαι ματωμένος τώρα. Τα ρούχα σου είναι μαύρα και συ λευκός πολύ λευκός σα να έχεις πεθάνει. Ξαφνικά φωτίζονται με προβολείς τα πρόσωπά μας. Φαίνεται σαν να γελάς έχεις μια μακάρια ευτυχία, ωστόσο. Μιλάει πάντα η γυναίκα.]

-Ποιος είναι εκεί; Ποιος;

(καμία απάντηση)

-Σε κρατάω εδώ σε αυτήν την κορνίζα με τα καθαρά σου ρούχα (λυγμός). Ποιος ξέρει τώρα που θα βρίσκεσαι. Δε σε βρήκαν. Αναρωτιέμαι είσαι με τη φόρμα τη μπλε που κατέβαινες στα μηχανοστάσια του κήτους και μου έφερνες να πλύνω ύστερα λερωμένη από καπνό και λάδια. Πες είσαι με αυτήν ακόμα; Ας ανοίξει κάποιος το φως δεν αντέχω. Κι αυτός ο προβολέας ας πάψει να με τυφλώνει. Ποιος είσαι; Γιατί γύρισες;

[Το δωμάτιο γίνεται απόλυτα σκοτεινό.

-Προσπαθώ να σε προσδιορίσω. Σου απευθύνω λόγο. Δεν απαντάς. Όλα μοιάζουν σα να τα ζω μόνο εγώ. Ωστόσο μοιάζει, σα να με ακούς, σαν να καταλαβαίνεις αυτά που λέω, απλά δε συμμετέχεις.

[Τώρα φωτίζεται μόνο ο άντρας με τον προβολέα. Έχει πάει δίπλα η γυναίκα με τα λευκά και του χαϊδεύει το πρόσωπο ενόσω του μιλάει.]

-Θυμάσαι τα αεροπλάνα που βλέπαμε στον ουρανό. Και τα έλεγες πουλιά του πολέμου που θα ξεράσουν σύννεφα φωτιάς. Σε πίστευα και μοίραζα σπόρους σφαίρες που έστελνα με ένα μυστικό πιστόλι που λέγεται φαντασία. Φύσαγα βαθιά αυτά τα σύννεφα και ομίχλες κύκλωναν τη μεγάλη πυρκαγιά στις κάτω πολιτείες. Έκανες μια προσευχή που ήταν άγιο το νησί και περιμέναμε ένα ακόμα σινιάλο από τον ουρανό. Τώρα ερχόταν κόκκινος ο ουρανός. Α, ωραία αποκάλυψη, είπες. Να, σου έδειξα και το κόκκινο νερό. Α, είπες, πολύ ωραία επανάληψη. Που το κόκκινο ήταν το αγαπημένο σου χρώμα και οι άγγελοι έκαναν την κίνηση των αεροπλάνων επανδρωμένων με χιλιάδες όνειρα και όλα πολύ χαρούμενα και η φωτιά στις κάτω πολιτείες και οι σφαίρες να τρέχουν σαν τρελά χελιδόνια που χτίζουν ειρηνικές φωλιές την άνοιξη, ω, την άνοιξη –είπες πάλι- ο πόλεμος είναι το πιο ελπιδοφόρο πρώτο μήνυμα που κουβαλώ σαν τρελός ταχυδρόμος και οι καμπάνες στις εκκλησιές σημάνουν χαρμόσυνα για τη μεγάλη μέρα που ο πόλεμος παντρεύεται τον άνθρωπο. Που άνθρωπος πατάει άνθρωπο, γιατί πάντοτε υπάρχει ένα βαθύτερο νόημα και ένα χαρμόσυνο μήνυμα σε κάθε τι καλοσυνάτο κακό. Ω, δε με τρομάζουν τα αεροπλάνα, δε με τρομάζουν οι φρεγάτες κι όλες οι εναέριες καταπατήσεις.

Αυτά σκεφτόσουν μικρός θεός και σε βάφτισα Άρη, θεό του πολέμου.

[τα φώτα κλείνουν]

Πράξη VI

[Ανοίγει μπλε φωτισμός. Εγώ και συ ντυμένοι με χακί σεντόνια κάνουμε τα αεροπλάνα εν πτήση.]

-Γιατί κατατάχθηκες στο πολεμικό ναυτικό;

-Ήμουν μικρός τότε;

-Πες είστε βαμμένοι εκεί μέσα

-Παλιά δεν ήμασταν; Αλλά, λένε ότι κυβερνάει ακόμα το βαθύ Πασόκ.

-Πάψε δε θέλω να ακούω άλλο για αυτούς. Πες, τι θα μου δώσεις;

-Θα σου δώσω μια καλή ιστορία του Νέλσον. Βλέπεις αυτό το κόκκινο σημάδι στη στολή μου στο μανίκι. Ξέρεις τι είναι;

-Όχι, δεν ξέρω.

-Είναι το μάτι του Νέλσον του άγγλου. Όταν πολεμούσε τους Γερμανούς έχασε το μάτι του και ήταν ο πλοίαρχος. Για να μη χάσουν το θάρρος τους οι ναύτες κάλυψε το μάτι του με το μανίκι και συνέχισε τον αγώνα.

-Πες ρε, γιατί σας βρίζουν;

-Πάντα βρίζει ο κόσμος τον στρατό. Γιατί δεν ξέρω.

-Είναι το μίσος. Είναι το δολοφονικό μίσος έχει μπει μέσα σε όλους και όλα. Έχει διαλύσει το σύστημα η σαπίλα. Προχωράει τη γάγγραινα και χαλάει τα πάντα.

-Είναι επάγγελμα χωρίς ωράριο αυτό που κάνω. Είμαι ο εξισορροπιστής της ειρήνης. Κάθε μέρα πολεμάω για να υπάρχει η ειρήνη στους άλλους. Εγώ είμαι ο ειρηνιστής, όχι αυτός που ζει στην ειρήνη. Έλα, ας κάνουμε τα αεροπλάνα να δεις τι έξαψη που νοιώθω όταν πετώ σαν αεροπλάνο. Έλα ταξίδεψέ με νοιώσε ότι νοιώθω όταν πετώ εκεί ψηλά και σε σκέφτομαι αγάπη μου.

[Ανοίγει φωτορυθμικό μπλε φωτισμός. Εγώ και συ ντυμένοι με χακί σεντόνια κάνουμε τα αεροπλάνα εν πτήση. Κάποια στιγμή συγκρουόμαστε. Ακούγεται ήχος έκρηξης. Στα πρόσωπά μας η φρίκη της πτώσης. Περιστρεφόμαστε και τέλος πέφτουμε. Τα φώτα κλείνουν.]

Πράξη VII

[τα φώτα ανάβουν, ακούγεται μανιασμένος άνεμος και κύματα να σπάνε σε βράχους

Άνθρωποι μαύροι και λευκοί τη βοηθούν να φορέσει πορτοκαλί σωσίβιο. Τη βάζουν μέσα σε κάτι που μοιάζει με βάρκα. Κάνει να τους σταματήσει. Τη σπρώχνουν στο νερό.

[τα φώτα σβήνουν και πάλι]

Πράξη VIII

[ανάβουν τα φώτα. Είναι χαμηλός όμως ο φωτισμός γιατί είναι δειλινό. Ακούγεται τώρα ο μαλακός φλοίσβος. Σε μία οθόνη φαίνεται ο ορίζοντας και ο ήλιος να δύει. Ξαφνικά η γυναίκα ξυπνάει. Στην απέναντι μεριά του δωματίου ένας τεράστιος σωρός από σωσίβια. Πάνω τους είναι γραμμένα αραβικά ονόματα και ελληνικά στην καθαρεύουσα. Αρχίζω να τα παίρνω και να τα πετώ μέσα στη θάλασσα]

  • Αχμούτ, δεκάεξι χρονών, Σεπτέμβρης 2015
  • Ελένη, ετών 26, μήτηρ δύο τέκνων, εν Σμύρνη 1922
  • Ναζίμ,αγνώστου ηλικίας Ιανουάριος 2016
  • Αβάπτιστο τέκνο, εν Σμύρνη 1922
  • Αβάπτιστο, ανοιχτά της Λέσβου, Φεβρουάριος 2016
  • Αβάπτιστο, Σμύρνη 1922
  • Αβάπτιστο και βαπτισμένο δεμένα δύο σωσίβια μαζί, Δεκέμβρης 2015
  • Τι συμβαίνει, που πήγαν όλοι αυτοί οι άνθρωποι;
  • Κι εσύ που είσαι εσύ; Τώρα που σε χρειάζομαι.

[Τώρα πετάω τα σωσίβια ένα- ένα επαναλαμβάνοντας. Στο κάτω μέρος βρίσκεται ο άντρας της φωτογραφίας είναι νεκρός. Ουρλιαχτό παρατεταμένο.]

Πράξη ΙΧ

Περατζάδα με το αμάξι τα freddo στο χέρι και ψηλά στον ουρανό τούρκικες φρεγάτες παραβιάζουν τα σύνορα που σχηματίζουν τα σύννεφα και χωρίζουν το ξένο από το εθνικό.. Ύδατα, αέρας, γη όλα δικά τους. Για μας τίποτα. Γυρνάω προς το μέρος του άντρα αυτή τη φορά είναι ένας ξανθός χαρούμενος άντρας.

-Νοιώθω ότι την έχω ζήσει ξανά αυτή τη σκηνή. Κοίτα τους πως κάνουν: Σα να βγαίνουν για κυνήγι φάλαινας. Αυτοί το φαλαινοθηρικό εμείς το μουρουνέλαιο που κρύβεται μέσα στα κοίτη.

-Μη μπαίνεις σε κόπο. Κι εγώ έτσι νοιώθω. Κάτσε να σου βρω το κομμάτι. [Αλλάζει σταθμό. Παίζει ultravox, reap the wind και στο video clip αεροπλάνα του πρώτου και δεύτερου παγκόσμιου. Χειροκροτούμε σα παιδιά. Αφήνουμε το τιμόνι. Ανοίγουμε την πόρτα και βγαίνουμε από τη σκοινί. Ακούγεται από το ραδιόφωνο έκτακτο δελτίο]

-Διακόπτουμε το πρόγραμμα ξανά για σας μεταδώσουμε μια έκτακτη είδηση. Στα ανοιχτά κοντά στην Αστυπάλαια σε μία βραχονησίδα, αναποδογύρισε βάρκα. Στις ακτές κείτονται πτώματα εδώ και ένα μήνα. Λένε ότι φαγώθηκαν από γλάρους. Οι κάτοικοι των γύρω περιοχών είδαν κόκκινους γλάρους να ίπτανται και πορτοκαλί σωσίβια και χαρτονομίσματα παντού.

Read 2036 times

Latest from Super User