Τρίτη, 12 Απριλίου 2011 12:39

Ανδρομάχη Διαμαντοπούλου Φιλιππίδου - Η Παρέλαση

Written by
1544

 

Το κείμενο αφιερώνεται

Στη μνήμη των αείμνηστων πρώτων δασκάλων μου

Αλλά και σε όλους τους σημερινούς εκπαιδευτικούς που με τον Λόγο τους σμιλεύουν τις Ψυχές των Νέων Ελλήνων.


Ανδρομάχη Διαμαντοπούλου - Φιλιππίδου

(Α΄ Έπαινος Πεζογραφίας Φιλολογικού Συλλόγου Παρνασσός)


Η ΠΑΡΕΛΑΣΗ


«Σήκω Ανδρομάχη, να μας πεις το ποίημα: «Τί είναι η Πατρίδα μας» με μάγουλα στο χρώμα της φωτιάς, και μια καρδιά που χτύπαγε στα στήθη σαν ταμπούρλο αλλά και μια σεμνή περηφάνια -που ο κύριος για άλλη μια φορά είχε διαλέξει εμένα να απαγγείλω ανάμεσα σε τόσα παιδιά, μπροστά στον επιθεωρητή- ανασηκώθηκα αμέσως από το θρανίο μου, βάζοντας στην θέση την καρέκλα μου προσπαθώντας να μην κάνω θόρυβο καθώς σηκωνόμουνα και αφού έσιαξα τις πιέτες της ποδιάς μου άρχισα με μια φωνή που έβγαινε μέσα από την ψυχή μου να βροντοφωνάζω , τονίζοντας μια μια τις λέξεις ,δίνοντας χρώμα στις προτάσεις:

«Τι είναι η Πατρίδα μας

Μην είναι οι κάμποι;

Μην είναι τα ψηλά βουνά;

Μην είναι η Θάλασσα;

Όλα

Όλα είναι η Πατρίδα μας

Κι΄ αυτά και εκείνα και όλα που ΄χουμε μες την καρδιά;»

Όσο προχωρούσα το ποίημα , όσο βυθιζόμουνα μέσα του άλλο τόσο το ζούσα, είχα ανατριχιάσει ολόκληρη κι ας ήμουν μόνο 8 χρονών, το ΄νιωθα στο πετσί μου αυτό το ποιήμα. Ξέχασα και τον κύριο, ξέχασα ( και τον φόβο και τρόμο τότε) τον επιθεωρητή ., ξέχασα και τους συμμαθητές μου, αδιαφόρησα για την ξυλόσομπα που εκείνη την ώρα βρήκε η ευλογημένη την ώρα να κορώσει!

Ήμουν μια Ελληνοπούλα εκείνη τη στιγμή .Μια Ελληνοπούλα, με μπλέ ποδιά κι΄ άσπρο γιακά , που τα ΄δινε όλα.

Τελειώνοντας βροντοφώναξα τον επίλογο : -Κι αυτά κι΄εκείνα που΄ χουμε μες την καρδιά , και χτύπησα με την μπουνιά μου την καρδιά μου, κι έκατσα με δύναμη στην καρέκλα μου, κάτι σαν να ξεφόρτωνα την πανοπλία μου , τόσο είχα φορτιστεί, που τα χειροκροτήματα που εισέπραξα απ΄ όλους , από την μέση και μετά άρχισα να τα ακούω !

- «Μαμά , μαμά..» η φωνή της κόρης μου με προσγείωσε απότομα στο χρόνο.

-«25η Μαρτίου 2009, μου σιδέρωσες το πουκάμισο; Τα παπούτσια μου τα ΄βαψες; Πού είναι το καλτσόν;»

-«Ησύχασε παιδί μου , από χθες δεν τα ετοιμάσαμε όλα, σήκω να πλυθείς.>>

-«Εσύ θα με πας ή ο μπαμπάς;»

-«Εγώ»

-«Να μην αργήσουμε, να κάνουμε γρήγορα, είπε ο κύριος 10.30 στην αυλή να είμαστε όλοι στο σχολείο. Δέκα και μισή ακριβώς!»

-«Θα είμαστε, ακόμα είναι εννιά, Έλα να σε χτενίσω. Μήπως πρέπει να σου βάλω την άσπρη κορδέλα;»

-«Όχι μαμά, θα είναι ελεύθερα τα μαλλιά.»

Η κόρη μου στα δέκα, πότε μεγάλωσε, ακόμα χτες την έντυνα Αμαλία…Πλισέ ποδιά, γιλέκο μπλε, λευκό πουκάμισο!!!

-«Αχ κορίτσι μου , πόσο πίσω με γυρίζεις στο χρόνο, όμορφα που θα είστε όλα σήμερα και να προσέξεις, παιδί μου ,να μην λερώσεις την φούστα σου.

Εμείς πάντα τέτοια μέρα λερώναμε την φούστα μας!»

-«Την λερώνατε την φούστα σας ; Γιατί μαμά;»

-«Απ΄ το λουκούμι παιδί μου, μετά την παρέλαση απαραίτητα μας κέρναγαν λουκούμι, άσπρο λουκούμι κι άλλες φορές ροζ λουκούμι που μύριζε τριαντάφυλλο.

Εκεί να δεις τί γινότανε, με τί λαχτάρα απλώναμε τα χέρια μας να πάρουμε το λουκούμι, ξεχνούσαμε και τις μπλέ πλισέ φούστες μας επειδή τα λουκούμια δεν ήταν ποτέ το ένα ίδιο με το άλλο σε μέγεθος, κοίταζε ο καθένας να αρπάξει το μεγαλύτερο, διαλέγαμε , έτσι χιόνιζε λουκουμόσκονη στις μπλέτες της φούστας μας.

-«Α ρε μαμά για ένα λουκούμι κάνατε έτσι;»

-«Ναι παιδί μου, ήταν μεγάλη υπόθεση τότε για μας τα παιδιά να ασχοληθούν με την αφεντιά μας και να μας κεράσουν λουκούμι! Δύο φορές τον χρόνο , γινόταν μονάχα, αυτό, στις εικοσιοκτώ Οκτωβρίου και την εικοσιπέντε Μαρτίου , κάποιες φορές μάλιστα μας τράτερναν και τους εργολάβους .»

-«Τι ήταν αυτά ; Χτίστες;»

-«Όχι καλέ κορούλα μου , είναι τα σημερινά αμυγδαλωτά με την ψίχα.»

-«Αααα αυτά μάλιστα!»

-«Αυτά μας τα κερνούσαν σπανιότερα ή μάλλον λίγο αργότερα, πιο μεγάλη ήμουνα θυμάμαι… Δυο τρεις μέρες πριν τις παραμονές της επετείου η κρατική τηλεόραση έδειχνε μονάχα φιλμ και αφιερώματα πατριωτικού περιεχομένου.Απ΄ το πρωί ξυπνούσαμε με την φωνή της Βέμπο, όλα τα μεγάφωνα στη διαπασών, μεγάφωνα η εκκλησία-η λειτουργία του Ευαγγελισμού ακουγόταν από άκρη σε άκρη- μεγάφωνα ο Δήμος, μεγάφωνα το σχολείο, παντού μεγάφωνα.»

«Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει»

«Βάζει ο Ντούτσε την Στολή του για την 28η Οκτωβρίου»

«Παιδιά της Ελλάδος παιδιά!»

«Μάνα μου τα κλεφτόπουλα!»

-«Θέλαμε δεν θέλαμε με όλα αυτά μπαίναμε στο κλίμα. Η πιό ωραία στιγμή ήταν η κατάθεση στεφάνου στο Ηρώο. Δυο φορές είπα ποίημα στο Ηρώο. Μεγάλη τιμή τότε να πεις ποίημα στο Ηρώο, διαλέγανε τους καλύτερους μαθητές τόσο σε γνώσεις όσο και σε ήθος.

Πού να πας να πεις ποίημα , έπρεπε να έχεις Διαγωγή κοσμιωτάτη»

-«Τι είναι η Διαγωγή μαμά;»

-«Η Διαγωγή παιδί μου είναι για μένα πολύ πιο σημαντικό κι΄ απ΄ τους βαθμούς , είναι το γενικό φέρεσθαι του παιδιού στο σχολείο, το σημειώνουν κάτω αριστερά στους ελέγχους.»

-«Ε αυτό καλέ μαμά δεν είναι τόσο σπουδαίο ,όλοι κοσμικότατη παίρνουμε , το ΄δα εγώ.»

-«Ναι, παιδί μου, στις μέρες σας, έτσι γίνεται, στις δικές μας μέρες όμως, η Διαγωγή ήταν η μεγαλύτερη προίκα του μαθητή, κι εύκολα μπορούσε από κοσμιοτάτη να γίνει κοσμία και μετά τρέχα γύρευε.., γι΄ αυτό σου λέω , πού να πας στο Ηρώο, λίγα παιδιά το καταφέρνανε .Έπρεπε να είσαι άριστος σε όλα. Εγώ είπα μια φορά πολύ μικρή στα νήπια το : κάμποι , ραχούλες και βουνά … και μια φορά στην έκτη Δημοτικού, απ΄ την πολύ μου αγωνία λύθηκε η μύτη μου.

Όσο για την παρέλαση εκεί να δεις, μολυβένιοι στρατιώτες πηγαίναμε, ένα στο δεξί , δύο στο αριστερό, ένα μήνα και διαρκούσανε οι πρόβες, παρόλο που είχε πολύ χώρο δεν τις κάναμε στην αυλή του σχολείου , μας πήγαιναν στα Τσαΐρια.»

-«Στα Τσαΐρια; Γιατί τόσο μακριά;»

-«Βέβαια , γιατί θέλανε να μας βάλουνε να περπατήσουμε όλοι σε μία ευθεία.>>

-«Καλά, με τα αυτοκίνητα τι κάνατε;»

-«Τι λες παιδί μου , είχε αυτοκίνητα τότε; Μονάχα κανα δυό , γαιδάρους είχε και μουλάρια.»

-«Και ένα στο αριστερό και δύο στο δεξί.». Στητά τα χέρια, ψηλά το χέρι να σου φεύγει ο ώμος ένα πράμα, σ΄ αυτό πολύ επέμεναν.

-«Περήφανα περπατάμε τώρα, ίσια η πλάτη , μέσα η κοιλιά.» ΦΡρρρρρρ σε κάθε λάθος ακουγόταν η σφυρίχτρα.

-«΄Αρξαστε εν δυό. Βάζανε και κανα δύο να κάνουνε σαν σημαδούρες τους επισήμους.»

-«Κλίνατε επ΄ αριστερά.» Κλίναμε ,όλες οι τάξεις μαζί κι ένα ποδοβολητό ακουγόταν , νιώθαμε σαν να ΄μασταν όλοι μας το άλογο, του Βουκεφάλα!

Δεν βλέπεις τους επισήμους ;Δεν γύρισες το κεφάλι; Να τράβηγμα το αυτί κι η βέργα κληματόβεργα ,μεγάλη- μεγάλη.»

-«Τι λες ρε μαμά, σας δέρνανε;»

-« Αμ΄ τί θαρρείς ; Θέλανε την τελειότητα.

-«Παρελαύνουμε τώρα , δεν περπατάμε, ούτε βόλτα πάμε .Παρελαύνουμε>> ακόμα έχω την φωνή τους στα αυτιά μου .

Εμείς ζοριζόμασταν βέβαια, πάνω κάτω τον δρόμο στα Τσαΐρια αλλά απ΄ τις πολλές πρόβες , χάναμε και αρκετό απ το μάθημα κι έτσι ήταν η καλύτερή μας αυτές οι πρόβες, άσε που μετά παίζαμε και κυλιόμασταν στα γρασίδια . Πάντως άξιζε τον κόπο την παρέλαση εντέλει με τα πολλά την πετυχαίναμε μ΄ένα χέρι πηγαίναμε κι όταν χάναμε το βήμα μας μαθαίνανε ένα κόλπο σαν κουτσό κι αλλάζαμε αμέσως το βήμα.

-«Διαμαντοπούλου, κάνε κουτσό» αμέσως σαν να με χτύπαγε κεραυνός άλλαζα το βήμα να πάω ίδια με τους άλλους.

Μεγάλο άγχος , είχαμε όχι μόνο να μην χάσουμε το βήμα, αλλά να κρατήσουμε τις αποστάσεις κάθε τάξη το ίδιο να απέχει η μία από την άλλη, καθώς και ο κάθε διμοιρίτης από την τάξη του , όσο για τους σημαιοφόρους ούτε λόγος να γινότανε, αυτοί έπρεπε να είναι φανερά πάντα πρώτοι. Την σημαία την βαστούσε ο άριστος των αρίστων, που όλοι τον ζηλεύαμε βεβαίως και παραστάτες δίπλα του , οι άριστοι μαθητές Σημαιοφόρος και οι παραστάτες, καθώς και οι διμοιρίτες φορούσαν γάντια λευκά..»

-«Δεν μπαίνανε οι παραστάτες με κλήρο;»

-«Τι είναι αυτό; Μόνο με τους πιο υψηλούς βαθμούς μπαίνανε οι παραστάτες. Σήμερα βάζουνε κλήρο;

Στην έκτη μια φορά ήμουν και ΄γω παραστάτρια. Θυμάμαι τι καμάρι είχα που θα φορούσα μαζί με την άσπρη απαραίτητη κορδέλα στα μαλλιά και τις λευκές ως το γόνατο κάλτσες, τα γάντια. Αχ αυτά τα γάντια, σου εύχομαι κάποτε παιδί μου να τα φορέσεις και Συ.»

-«Ποιά γάντια μαμά, δεν φοράνε σήμερα γάντια οι παραστάτες»

-«Δεν φοράνε;»

-«Όχι ούτε κορδέλα λευκή , ούτε κάλτσες, καλτσόν δεν πήραμε χτες στο χρώμα του ποδιού ;»

-«Καλά λες καλτσόν πήραμε , μπερδεύτηκα.»

-«Ήταν όμως υπέροχα αυτά τα γάντια . Μου είχε κάνει η μαμά μου και τα μαλλιά μου μπούκλες με την μασιά και επειδή , δεν ήταν και πολύ μακριά , κάποιες φορές που έφθανε η μασιά στον σβέρκο, καιγόμουνα αλλά δεν μίλαγα, μπρος τα κάλλη τι είναι ο πόνος!

Όταν τελείωσε με την μασιά η μαμά μου, μου έβαλε προσεκτικά την λευκή μου κορδέλα και πήγε να πιάσει να μου βάλει και λακ μην μου τα πάρει ο αέρας.

-«ΟΧΙΙΙΙΙΙΙ» φώναξα εγώ ,ένα ΟΧΙ σαν της 28η Οκτωβρίου, τρόμαξε η καημένη η μάνα μου

-Παιδί μου για να μην χαλάσουνε , μου είπε.

-Τρελάθηκες μαμά να με αποβάλουνε θέλεις; Της ειπα, και συνέχισα :

- Ας τα! Ας χαλάσουνε , ας τα πάρει ο άνεμος, εμένα να μην πάρει.

Λακ δεν μας αφήνανε να βάζουμε.»

-«Τι λες καλέ μαμά ! Εμείς τώρα και ζελέ βάζουμε και καρφάκια κάνουμε, κάποια μεγάλα κορίτσια της έκτης και κοκκινάδι βάζουν και τις κοιλιές τους έξω βγάζουνε!»

-«Εσείς παιδί μου, Εσείς! ……Εμείς ούτε να το διανοηθούμε .Πολλές φορές σκέφτομαι ότι αν οι δικοί μας δάσκαλοι έβλεπαν πώς εσείς σήμερα πάτε στο σχολείο θα πάθαιναν εγκεφαλικό , ειδικά εάν έβλεπαν αυτό το μοδάτο χτένισμα που κάνουν μερικά αγόρια που είναι σαν να έβαλαν το χέρι τους στην πρίζα, σαν να έπαθαν ηλεκτροπληξία δηλαδή.

Όσο για την φούστα της παρέλασης εκεί να δεις αποβολές , ως το γόνατο ,απ το γόνατο και κάτω, μπορούσες να βάλεις απ το γόνατο και πάνω…Θάνατος!

Αλλά και το παπούτσι απαραίτητα μαύρο.»

-«Και μας ,μαμά, και τα δικά μας μαύρα είναι μέχρι σήμερα.»

-«Ναι μαύρο αλλά τι μαύρο, όχι τακουνάτο ήταν γεμάτο το τακούνι όχι γόβες συγκεκριμένα cm. Οποία δεν άκουγε απ΄ το αυτί και στο κηδεμόνα της και το ωραίο είναι ότι πάντα υπήρχαν επαναστάτες , δύο τρεις που δεν υπάκουγαν θελαν να κάνουν το δικό τους. Αυτές όμως απουσίαζαν , δεν κάνανε παρέλαση παίρνανε αποβολή. Γινόταν μεγάλα κλάματα τότε , μέσα στις χούφτες τους έκλαιγαν, οι πιο τολμηρές γίνονταν τα μάγουλά τους παντζάρια από την αποβολή. Μεγάλη ντροπή να αποβληθεί;

Έτσι στην παρέλαση βηματίζαμε όλοι και όλες ομοιόμορφα , κάθε δάσκαλος συνόδευε την τάξη του για καλό και για κακό μη κάνουμε κανένα λάθος από κοντά , μόλις περνούσαμε τους επισήμους, τακ ,θαρρείς και πήγαινε μόνο του, το ρημάδι το κεφάλι , κρακ καμιά φορά πιάνονταν απ το πολύ το γύρισμα και ο αυχένας μας σαν να είχε άλατα, συνεχίζαμε το βήμα ωσότου φτάσουμε ως το Ζαχαροπλαστείο του Θωμαίδη. Οι πιο μάγκες χειροκροτητές από τον κόσμο μας πετούσαν κέρματα η σφύριζαν προκλητικά , έτσι για πλάκα τότε. Αυτό γινόταν βέβαια προς το τέλος του παρατεταγμένου κόσμου.»

-«Ως του Θωμαίδη , παρελαύνατε μαμά;»

-«Ναι , εκεί τελειώναμε.»

-«Πω! Πω! κάνατε ολόκληρη την παραλία παρέλαση ;»

-«Εμ΄τι την μισή;»

-«Μόλις φθάναμε στο τέρμα, αμέσως γυρνούσαμε , όλο το σώμα μας να δούμε αν τα καταφέρανε και οι υπόλοιπες τάξεις, θέλαμε σαν σχολείο -τότε ήταν ένα το σχολειό- (το πρώτο Δημοτικό Σχολείο Θάσου) να είμαστε ΠΡΩΤΟΙ και σαν άτομα αλλά αλλά και σαν σύνολο να είμαστε ευπαρουσίαστοι! Καθώς σιγουρευόμασταν ότι όλα πήγαιναν καλά χειροκροτούσαμε τις τάξεις που ακολουθούσαν με ζητωκραυγές και με μια χαρά που ένα ακόμα βάρος βαρύ του να είμαστε τέλειοι στη παρέλαση είχε φύγει από πάνω μας. Ήταν αυτή η παρέλαση, σαν δεύτερες εξετάσεις, σαν αυτό που λέγανε :« Νους υγιής εν σώματι υγιή».

Κάποιες φορές, όχι πάντα , μπροστά στην πλατεία του Παλαιού Δημαρχείου , στον θρυλικό πλάτανο, που είναι σήμερα το ομώνυμο μαγαζί , οι μεγάλες τάξεις χόρευαν παραδοσιακούς χορούς με Δημοτικά τραγούδια που ακούονταν στη διαπασών από τα μικρόφωνα του Δήμου ή από τα κασετόφωνα , τα τέιπ , που ήταν πολύ στη μόδα τότε.

Ακολουθούσε το κέρασμα , για τους μεγάλους δεν θυμάμαι τι , ένας μας δίνανε πάντα λουκούμι.

Εεε μετά από τόσο κόπο , από τόση αγωνία ,πώς να λες να μας φαινόταν το λουκούμι, γλύκισμα μας φαινόταν, μάννα εξ ουρανού, μας φαινόταν!»

-«Άντε μαμά ,άστα αυτά ,δέκα πήγε η ώρα, άντε ούτε με τα λουκούμια σου.

Αχ εμείς τί θα κάνουμε σήμερα, δύο πρόβες κάναμε όλο κι όλο! Και είμαι και πρώτη στη σειρά σύμφωνα με το ύψος μου κι αν τα μπερδέψω χάθηκα.»

-«Όχι καρδούλα μου δεν θα τα μπερδέψεις. Θα θυμάσαι αυτό που σου είπε η μανούλα: «Δεν περπατάς ….Παρελαύνεις!»,

Ίσια , στητά όχι χαλαρά για την Πατρίδα σου , για την Ελλάδα .

Γιατί τι είναι η Πατρίδα;

Είναι η μήτρα! Η κούνια μας!Η αγκαλιά και ο Τάφος μας!

Ο τόπος όπου φιλοξένει τις ανάσες μας!

Μέχρι εσχάτων να την υπερασπίζεις την Πατρίδα Σου!

Κι αυτό να το δείχνεις όχι μόνο με τα λόγια αλλά και με τις πράξεις Σου , και με το βήμα Σου και με το ήθος Σου!

Γιατί η Πατρίδα σήμερα μας χρειάζεται!

Μέχρι εσχάτων μας θέλει!

Μας χρειάζεται γιατί νοσεί , αιμορραγεί!

Μας θέλει ΟΛΟΥΣ πίσω!

Θέλει Εσένα!

Θέλει Εμένα!

Θέλει Εμάς!

Όλους τους Έλληνες, μαζί με φλογισμένες καρδιές .

Όλους Μαζί μια γροθιά , μια μπουνιά ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ.»

«Γιατί τί είναι η Πατρίδα μας

Μην είναι οι κάμποι;

Μην είναι τα υψηλά βουνά;

Μην είναι όλα όσα έχουμε μες την καρδιά;»


ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ


Όχι Ένας για Έναν!

Ένας για Όλους

και Όλοι για Έναν!


Όχι Εγώ και Εγώ!

Εγώ και Εσύ!

Εσύ και Εγώ: Εμείς!


Όχι Εμείς και Εσείς!

αλλά Εσείς και Εμείς!

Όλοι Εμείς, Μαζί!!


Όχι ΑυτοίΙ!!

Μήτε Τούτοι!!

Μηδέ Εκείνοι!!

Όλοι Μαζί.


Μια Γροθιά. Μια Μπουνιά. Ένα Σμάρι.

Οι Έλληνες!

Μια φούχτα Είμαστε!

Αλλά, Είμαστε Έλληνες!

Read 1544 times

Latest from Super User