Σάββατο, 25 Μαΐου 2019 07:57

Του τσι το κρα, Αιμίλιος Γάσπαρης

Written by
142
Του τσι το κρα, Αιμίλιος Γάσπαρης

Του τσι το κρα 

Κύλησε το βέλος μαλακά
Κι ύστερα στα πεύκα έπεσε με ορμή
Εκεί που μαζεμένα μελετούσαν κακά
Τα μαύρα κοράκια με τα νύχια γαμψά
Κι άρπαξε η φωτιά κι αυτά πάνω στα φτερά
Την σκορπίσανε παντού κι άρχισε χαλασμός
Να κατεβαίνει και να πνίγει και να κάθεται
Μέχρι της θάλασσας τα βράχια
Μέχρι των αχινών την επικράτεια
Να κατακαίει ανθρώπους και ζώα
Όπως ο Απόλλωνας έσπειρε το χαμό
Στων Αχαιών το στρατόπεδο μετά την προσβολή
Στον ιερέα του, τον Χρύση το σεβάσμιο
Κι εδώ τους μάντεις να υπερασπιστεί δεν ήταν
Κανένας Αχιλλέας, κανένας Αίαντας
Κι εδώ η οργή που ξέσπασε δεν είχε το αντίκρισμα
Ενός Αγαμέμνονα, παρά μονάχα του τσι το κρα
Ενός ασήμαντου και τιποτένιου τόσο.
Και ρωτούσε στο πρώτο κρα τι καιρό θα κάνει
Να βγάλει βόλτα τα κανίς.
Όρμησε η φωτιά και σβάρνισε το λόφο
Κι άρχισε το τρεχαλητό και η τρομάρα
Απροετοίμαστοι και μόνοι στην αντάρα
Εδώ κι εκεί χανόντουσαν απελπισμένοι
Μέσα στα στενά δεν έχει σωτηρία καμιά.
Καμιά δεν αντιστέκεται στην κάθοδο
Στην κόλαση, καμιά λεωφόρος, καμιά
Στην κόκκινη εφόρμηση τόσου θανάτου
Ούτε η Ρένα η μικρή που παίζει με τις κούκλες
Ούτε η ψιψίνα του δήμου του ηρωικού
Με τόσους τύμβους και τόσους τυμβωρύχους.
Κατέβηκε η φωτιά στο κόκκινο λιμάνι
Έβραζε η θάλασσα και μέσα βουτηγμένη
Η δόλια μάνα για στερνή φορά έδωσε γάλα 
Στο μωρό πριν ξεψυχήσει, για να μην κλαίει
Κι έπεσε μια σιωπή κάτω από τις καύτρες

 

 Άνω Ιλίσια
18/8/2018

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Read 142 times

Latest from Super User