Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2015 16:18

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΠΑΚΟΝΙΚΑ: ΕΡΩΤΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΜΑΝΩΛΗ ΑΛΥΓΙΖΑΚΗ

Written by
1742

 

ΕΡΩΤΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΜΑΝΩΛΗ ΑΛΥΓΙΖΑΚΗ

Ο ποιητής Μανώλης Αλυγιζάκης έχει εισχωρήσει στην τραγικότητα της ζωής μέσα από ποικίλες, πολυσήμαντες κι έντονες εμπειρίες που του έδωσαν τη δυνατότητα να αντιληφθεί και να βιώσει από πρώτο χέρι την αδικία, την εκμετάλλευση, την απληστία, τις ποικίλες εκφάνσεις της βίας. Αναπόφευκτα η ασχήμια αυτού του κόσμου τον θλίβει σαν μια πληγή που δεν κλείνει. Όσο κι αν αισθάνεται ότι ακόμη και με τον ίδιο τον εαυτό του είναι ανασφαλής και διχασμένος, υφέρπει ένα είδος μεσσιανισμού στην ποίησή του, που σημαίνει ότι θέλει να αλλάξει τον κόσμο, να τον πλάσσει καλύτερο, απαλλαγμένο από κάθε σπίλωμα ασχήμιας και ασυδοσίας. Όμως δεν τρέφει αυταπάτες ότι τα ιδεαλιστικά οράματα είναι ευγενικές προθέσεις που δύσκολα πραγματοποιούνται . Αν οι μεγάλες χειρονομίες μέσα από σχέδια έμπρακτης δράσης οπισθοχωρούν, τουλάχιστον εκείνο που μπορεί να προσφέρει ο μεσσιανισμός του είναι η ομορφιά μέσω της τέχνης της ποίησης που φέρνει την αρμονία, την τέρψη, τη γνώση, τη σοφία και σε τελική ανάλυση την αλήθεια.

Θα αναλογιστεί κανείς αν ο ποιητής Αλυγιζάκης έχει τις δυνατότητες να διοχετεύσει ομορφιά, όπως ακριβώς το περιγράφει στους στίχους του: «σαν ηγέτης παλιάς εποχής, ως χρισμένος ευλαβής, ως μουσικό όργανο γαλήνης με τέλεια ροή αθωότητας/ έτοιμος να μιλήσει με λέξεις που απορροφούν τον πόνο κι ελευθερώνουν το πνεύμα». Οι δυνατότητές του βασίζονται στο πλούσιο μερτικό που έχει στον έρωτα. Ο ψυχισμός του αντλεί και εκπέμπει γνησιότητα κι ευδαιμονία λατρεύοντας και λατρευόμενος από γυναικείες μορφές αισθησιακές,  προκλητικές, που τον εκτοξεύουν με τη λαγνεία τους αλλά και με την αφοσιωμένη αγάπη τους σε μια εκστατική υπέρβαση. Εντυπωσιάζει το γεγονός ότι ο Αλυγιζάκης βρίσκει την ολοκλήρωση του όντας ερωτευμένος παράφορα με την αγαπημένη του. Ούτε στιγμή δεν κρύβει ότι πριν καν γεννηθεί, ο προορισμός του ήταν να γίνει «τραγούδι του πανηγυριού, πουλιού πέταγμα, εσπερινής ακολουθίας ύμνος, απλός αναστεναγμός,  που θα βάψει τα χείλη της αγαπημένης του». Αν νιώθει αδύναμος μπροστά  στο απροσδιόριστο κι αδιευκρίνιστο  πεπρωμένο, δηλώνει ότι η γυναικεία αγκαλιά τον καλεί, και  παράφορα της παραδίνεται. Διαβάζουμε στίχους του για την αγαπημένη: « σε σχήμα κύκλου το άπειρο/αιώνια απροσδιόριστο/ και αυτό η διαταγή/ και αυτό η υποταγή/κι αυτό ο οργασμός/ και αυτό ο έρωτας/ κι αυτό είσαι εσύ». Ο Αλυγιζάκης ως ευνοημένος από τον έρωτα διαχέει την πλησμονή του πάθους και γεμίζει με φως την ερωτική του ποίηση. Ως ανδρείος της ηδονής, των αισθήσεων και των γνήσιων αισθημάτων αγάπης μεταλαμπαδεύει ευφροσύνη κι αγαλλίαση ψυχής.

Ιδεαλισμός αλλά και πραγματισμός, μεσσιανισμός αλλά και παράδοση στη αποχαύνωση των αισθήσεων,  έρωτες  προσήλωσης αλλά και έρωτες εφήμερης μεθυστικής λαγνείας συνθέτουν τις εναλλαγές περιεχομένου στο έργο του. Διαθέτοντας ώριμη έκφραση έμπειρου τεχνίτη που διαχειρίζεται με δεξιοτεχνία το λόγο, ο ποιητής μάς εισάγει  σε ό,τι αποτελεί την αυθεντικότερη έκθεση του εσώτερου εαυτού και της στάσης του απέναντι στον κόσμο και την εποχή του.

Στη  συλλογή του « Υπεράνθρωπος» ο ερωτισμός του περιορίζεται αρκετά, χωρίς, βέβαια, να παύει να δίνει ουσιαστικό τόνο. Ο μεσσιανισμός επανέρχεται ισχυρότερος και αφήνει το έντονο στίγμα του. Από το πρώτο κιόλας ποίημα διαβάζουμε τους καίριους στίχους:

Όντως ήταν αληθινό και το δεχτήκαμε. Πέθανε
ο θεός μας. Τον θάψαμε χθες το απόγευμα χωρίς
τραγούδια ή παιάνες, χωρίς κλαυθμούς και μοιρολόγια
κι ανάλαφροι νιώσαμε
………………………..
ενώ ο φόβος θάλεγα, βαθειά μες την καρδιά μας είχε καταχωνιαστεί.
……………………………………………………………………….
κι εμείς μες στη φωλιά του αετού γεμίσαμε κουράγιο
το δισκοπότηρό μας εκτοξεύσαμε στα τέσσερα
της οικουμένης άκρα κι υποσχεθήκαμε ποτέ συστήματος
θύματα να μην πέσουμε.
Τον κόνδορα κληρονόμο της σάρκας κηρύξαμε.
Τον άνεμο και τη βροχή κάθαρση ονομάσαμε.

Ευοί,ω, λεύτερα στοιχεία, ευοί.

Ένα μεγάλο μέρος της δυτικής φιλοσοφίας από το τέλος του Μεσαίωνα και μετά αμφισβητούσε την ύπαρξη του Θεού, όμως το έθετε υποδόρια,  φοβόταν την ξεκάθαρη έκθεση. Εκείνος που ρητά δεν δίστασε να το δηλώσει ήταν ο Φιλόσοφος Νίτσε, ο οποίος στη θέση του νεκρού Θεού πρότεινε τον Υπεράνθρωπο. Πάνω σε αυτό το τόσο τολμηρό πιστεύω του Γερμανού φιλόσοφου στηρίζει το ποιητικό του όραμα σε αυτή τη συλλογή ο Αλυγιζάκης. Όμως τι είναι ο Υπεράνθρωπος, τι πρεσβεύει ως αξίες, ποιος είναι ο στόχος του και τι καινούργιο μπορεί να προσφέρει στην βασανισμένη ανθρωπότητα; Όλα αυτά τα ερωτήματα ποιητικά βρίσκουν τις απαντήσεις τους μέσα στην συλλογή, που είναι ένας τρόπος μύησης για ανάταση και αναπτέρωση. Ο Υπεράνθρωπος είναι ο μέγας μύστης που καθοδηγεί σε μια μακρά και επίπονη διαδικασία απελευθέρωσης της ψυχής από τα δεσμά των θεσμικά κατοχυρωμένων θρησκειών με απώτερο σκοπό την ευτυχία του ανθρώπου. Ευαγγελίζεται  την αναγέννησή μας μέσα από την απόκτηση  ελεύθερης βούλησης, που είναι η βάση για την πνευματική ανύψωση σε αυτόν τον γήινο κόσμο, τον  μοναδικό, άλλωστε, που έχουμε, καθώς οι μεταφυσικές ελπίδες για ουράνιους παραδείσους αναιρούνται.

Η ελεύθερη βούληση οδηγεί στην έρευνα, την αμφισβήτηση, την συνεχή αναζήτηση της γνώσης, στη συναδέλφωση των ανθρώπων για δικαιότερο και φωτεινότερο κόσμο, ουσιαστικά για μια προσπάθεια  να καλυτερέψουν τις συνθήκες της ζωής τους βασιζόμενοι στην αρετή και την αυτογνωσία. Παράλληλα η γήινη χαρά δεν πρέπει να παραμερίζεται. Το απολλώνιο πνεύμα πρέπει να συμβαδίζει με τη διονυσιακή έκσταση.  Ο χορός, η μουσική, η ποίηση κατέχουν κεντρική θέση στη φιλοσοφική ενατένιση που δίνει ο Υπεράνθρωπος. Μας προτρέπει να χαρούμε την ευφρόσυνη πλευρά της ζωής, να τη γευτούμε με όλες τις αισθήσεις μας. Η μέθη μέσα από τη χαρά δυναμώνει το πνεύμα για να αντέχει στη δύσκολη πορεία προς τη σοφία και την αρετή.

Ο Αλυγιζάκης δεν τρέφει αυταπάτες ότι η απόκτηση ελεύθερου πνεύματος απαιτεί τεράστιες ψυχικές δυνάμεις, το παραθέτει στην αρχή της συλλογής του απροσχημάτιστα: «Γι’ αυτούς που τολμούν να λιώσουν μέσα στην έννοια της ελευθερίας και για ένα κλάσμα δευτερολέπτου μπορούν να πουν: ελεύθερος είμαι. Το βιβλίο αυτό δεν είναι για λιγόψυχους. Όποιος τολμά ας διαβάσει».  Για τον ποιητή οι μύστες και οι μυημένοι, οι σχοινοβάτες και οι Υπεράνθρωποι μοιάζουν με δένδρο που ψηλώνει και ατενίζει το υπέρλαμπρο φως του στον ουρανό, ενώ τα άκρα τους μέσα στην άβυσσο βαθειά απλώνουν ρίζες. Αυτή την αναπόφευκτη δυαδικότητα  ακολουθούν προκειμένου να πετύχουν τη μάχη του ανθρώπου ενάντια στο κτήνος.

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, ποιήτρια, Θεσσαλονίκη, 2014

 


EROTICISM IN THE POETRY OF MANOLIS ALIGIZAKIS


The poet Manolis Aligizakis has familiarized himself with the tragedy by seeing life through the multi-faceted lens of observation and by living experiences that gave him the ability to perceive first-hand the injustice, exploitation, greediness and the various expressions of violence. Unquestionably the ugliness of this world saddens him like a wound that doesn’t heal. When he feels uncertain with himself and divided in two we find in his poetry a messianic sense that leads him to wish to change the world and make it better free of all ugliness and lawlessness. However he has no illusion that idealism, visions and civility are things easily accomplished. If great gestures and practical action retreat before the opposition, at least what one can achieve through messianic ideas is the beauty through poetry that brings harmony, enjoyment and ultimately truth.

Can Manolis channel beauty as easily as he describes it in his verse? “an old time leader/like an anointed and pious/a musical instrument of free flowing innocence/ready to speak with words that relieve the pain and free the spirit?” Yes and his main tool is his first hand experience of the power of Eros. His psychological makeup draws and transmits authenticity and felicity based on his adoration of and being adored by feminine figures sensual and provocative exposing him into an ecstatic transcendence through their lusting bodies and their devoted deep love and understanding. It’s obvious he finds his contention in being passionately in love with his beloved.

He doesn’t hide that before he was born he wanted to become “a festival song/a bird’s flutter/an evening vesper/a simple sigh/that will scar the lips of his beloved.” If he feels powerless before the inconceivable and undefined Fate, he declares a woman’s embrace invites him and he likes to give in to her passion: “obscure and vague circle/forever indeterminable/and this, the command/and this, the obedience/and this, the orgasm/ and this, the Eros/and this is you.” He feels that being favored by Eros he diffuses his fiery passion with light that fills his erotic verses. As a gallant defender of lust and sensuality and of the true emotions of love he hands down delight and exhilaration of the soul.

Idealism as well as pragmatism, messianism but also tradition in the languor of the senses, love affairs devoted to the ephemeral satisfaction and erotic drunkenness compose the variations of his vast poetic content. Having the maturity of an accomplished poet and the ability to craft evocative imagery in a personal way the poet introduces us in what constitutes the most brilliant expression of his innermost thoughts and beliefs opposite the world of his time and age.

In his book “Ubermensch” his eroticism is somewhat subdued although is part of Manolis’ imagery along with his messianism which is the main stigma Manolis introduces us to in his very first poem.

….truly we

accepted it: our God was dead. Buried him yesterday

afternoon with no songs, no paeans, nor lamentations

and we felt a lot lighter.

….while fear, I would say,

was hidden deep in our hearts.

….and in an eyrie we filled our chalice

with courage and we mailed it to the four corners of

the universe and promised never to be trapped again

in the idiocy of a system.

The Andian condor we declared heir of the flesh.

The wind and the rain we proclaimed our catharsis.

Evoe, oh, free elements, evoe.

A big part of the western philosophy since the end of Medieval Times doubted the existence of God although that doubt was subdued concealed because of the fear of the church. Only Nietzsche dared stand up and declare the death of God and in its place he proposed the Ubermensch-Superman. Manolis’ poetic vision in in his book Ubermensch is based upon this daring mind of the German philosopher. However who is Ubermensch? What values does he promote for the tormented world? These questions find their answers in this poetry collection which is a way of initiation for encouragement and exaltation. Ubermensch is the great initiate who guides man onto a long and tiring process that will free his soul from the clutches of dogmas thus hoping to contribute to his happiness. He evangelizes man’s rebirth and renewal through  gaining free will which is the basis of every spiritual lifting in this earthly life, the only one we have, while the metaphysical hope of the Christian after life is negated.

Free will leads to search, doubt, continuous quest for knowledge, to the brotherhood of men for a more just and more sunlit world, fundamentally it leads to an effort to make the conditions of life better based on self- knowledge and virtue. On the other hand earthly enjoyment shouldn’t be put aside. The Apollonian spirit has to walk parallel to the Dionysian revelry. Dancing, music, poetry possess a central role in the philosophical exaltation Ubermensch proposes. He prompts us to enjoy the delightful aspect of life, to taste it with all our senses. Drunkenness through joy empowers the spirit to endure the arduous path toward philosophy and virtue.

Manolis Algizakis has no illusions that the gaining of free will and spirit is an easy path to follow, it does demand spiritual strength and as an introduction to this poetry book he declares quite clearly:

“For those who dare melt into the concept of freedom and for an infinitesimal fraction of time they can claim: freedom I am. This book is not for the faint-hearted. Dare to read.”

For this poet, the initiates and initiated, the rope walkers and the Ubermenschen resemble a tree that grows and stares the ever brilliant sun while their limbs root deep into the abyss. They have to follow this inescapable duality in order to succeed in the battle of man against the beast.

~Alexandra Bakonika, poetess, review written for the magazine ENEKEN, autumn 2014.


Read 1742 times

Latest from Super User