Παρασκευή, 26 Αυγούστου 2016 15:53

Ο Στάθης Κομνηνός γράφει για το βιβλίο του Γιάννη Ψυχοπαίδη «Ημερολόγια της φωτιάς»

Written by
1468

 

Γιάννη Ψυχοπαίδη «Ημερολόγια της φωτιάς»

Το βιβλίο, πέρα από το να αποτελεί αντικείμενο της όρασης, της αφής ή της ακοής, έχει και μιαν ακόμη καθοριστική διάσταση, η οποία με το πρώτο φυλλομέτρημα δηλώνει το ποιόν του: αποτελεί αντικείμενο οσφραντικό. Το βιβλίο του Γιάννη Ψυχοπαίδη «Ημερολόγια της φωτιάς», που μόλις λίγο καιρό πριν κυκλοφορήθηκε από τις εκδόσεις Κέδρος, σπάει τα ρουθούνια μας με το άρωμα των ποιητικών εθισμών του συγγραφέα του. Τα 18 κείμενα, που αφορούν στην τέχνη και είχαν δημοσιευθεί σε εφημερίδες και περιοδικά, είναι κατάστικτα από τον ποιητικό λόγο. Αληθινή ηδονή να βλέπεις την Ποίηση περασμένη τόσο εθιστικά στις φλέβες του χρωστήρα. Νιώθεις πως τον έχει αποφασιστικά ζυμώσει. Η συνομιλία τους είναι αδιάκοπη. Η λέξη εκβάλλει στο χρώμα και στο πινέλο και υποβαστάζει το εκάστοτε εικαστικό αποτέλεσμα. Το εικαστικό χέρι και βλέμμα το ωθεί και το σκέπει η ποιητική πνοή, έτσι που να μη ξεχωρίζει εύκολα κάποιος αν στο αφετηριακό σημείο βρίσκεται η Ποίηση και έπεται ο χρωστήρας ή αντιστρόφως, αφού εικάζω πως αυτό που λέγεται(βλ.σελ.82) εξειδικευμένα για την προσωπογραφία ποιητών, γενικεύεται, λανθανόντως(;), στην εικαστική περίπτωση Ψυχοπαίδη, που μοιάζει να δηλώνει την αρχή που διέπει την εικαστική κίνηση: «Η ζωγραφική γλώσσα παρακολουθεί και αφουγκράζεται…τους ποιητικούς κυματισμούς».Οι Ρίτσος, Σικελιανός, Γκαίτε, Έλιοτ, Βύρων, Καβάφης, Αλεξάνδρου, Δημουλά, Σεφέρης, Μπρέχτ, Λειβαδίτης, Ελύτης κ.α., στοιχούνται με τους Χολμπάιν, Πουσέν, Σκλάβο, Σεμερτζίδη, Βέργη, Παφίλη, Ντ.Θεοχαράκη κ.α. Άλλωστε, τα δύο αυτά πεδία Τέχνης εκ φύσεως, κρίνω, συνομιλούν καθώς ό,τι λείπει από σώμα στο ένα καλύπτεται από την πλησμονή του στο άλλο, όταν το τελευταίο (εικαστικά) έχει πρώτα οσφρανθεί τον αέρα του πρώτου(Ποίηση) και τον καθηλώνει σε απτή ύλη, μεταποιώντας τον σε σώμα, σε εορτή οφθαλμού.

Το βιβλίο αυτό του Ψυχοπαίδη είναι ένα εορταστικό βιβλίο. Έτσι προσλαμβάνω το άρωμά του. Και τα αρώματα δεν αποδεικνύονται, γίνονται αισθητά ή όχι. Απλά. Τα κείμενα αναδύουν τερπνότητα και ιλαρότητα. Δεν συνέχονται από βάρη και (συνήθεις διανοουμενίστικες) καθιζήσεις, ακόμη και μέσα στις πιο μαύρες (εθνικές, κοινωνικές και προσωπικές) μνήμες και αναφορές ή στις λογής αποτιμήσεις που επιχειρεί. Οι ιδέες δεν βαραίνουν. Αέρας απλότητας και αμεσότητας (οξυγονωμένος από ποιότητα και γνώση…) ορίζει τα περιγράμματά τους, αφήνοντας χώρο να διέλθει ανενόχλητη η …ευπιστία μας στο αγαθό, δηλαδή η ίδια η ανθρωπιά μας. Και μια που το επαναλαμβανόμενο μοτίβο σ’ολόκληρο το βιβλίο (από τη σελ. 13 κ.ε.)είναι η ανθρώπινη ύβρις (καθώς παράλληλα είναι, εξόχως και καίρια, ΚΑΙ πολιτικό βιβλίο…) η αναζήτηση της ανθρωπιάς αποτελεί θεμελιώδη του άξονα. Ένιωσα παιδί και έφηβος διαβάζοντάς το. Ίσως διότι ποίηση και εικαστικά ή καλύτερα Τέχνη και Ζωή συνομιλούν τόσο αρμονικά και μειλίχια που αισθάνεσαι να βρίσκεσαι ξαπλωμένος στο χώμα μέσα σε ελληνικό σιταροχώραφο των αρχών του 20ου αι. Τέτοια κείμενα, με τον ειδικόν αυτό λόγο που τα συνέχει, είναι άκρως χρήσιμα, κυρίως στην εποχή μας. Διότι είναι αμιγώς …πολιτικά κείμενα. Δηλαδή, μυρίζουν χώμα και φυλλωσιές καταμεσής του (ψυχικού) [μικρο]αστικού μας περιβάλλοντος, του τόσο βλαβερά ιονισμένου… Δηλαδή προσφέρουν, δια της ίδιας της Τέχνης, ένα (θεραπευτικό)βλέμμα που αφορά στην ίαση της χ νοσηρής πραγματικότητας (βλ.σελ.17 «…καινούργιους τρόπους του βλέπειν…»). Το χ γεγονός/συμβάν, πέρα από τον εικαστικό σχολιασμό της γραμμής του και των περιγραμμάτων της, υπομνηματίζεται από την ποιητική Μνήμη του Ψυχοπαίδη και ο υπομνηματισμός είναι συχνά αρκούντως διαφωτιστικός/πειραχτικός, βλ.π.χ.σελ.63: «…μεγάλα φωτισμένα μα καθόλου ωραία».

Γιάννης Ψυχοπαίδης

Και μια και ανέφερα την πολιτική, ιδού: στο Πατριδογνωσία-Πατριδο-πληγή»(σελ.145κ.ε.), μπορεί κανείς να δει πώς οφείλει να στέκεται ο καλλιτέχνης απέναντι στα πολιτικά πράγματα και να αρθρώνει ουσιώδη λόγο (μέσα από την ανθρωπολογία που προσφέρει η Ποίηση…, όπως στο σχολιασμό της παρούσας «κρίσης», σελ.164-5) για τη λογής κρίση και το σύστημα. Καλλιτέχνης που δεν υιοθετεί τη στάση της κότας, όπως συνηθίζουμε στην επαρχία μας, κομψεπίκομψα χαριεντιζόμενος με τις λογής εξουσίες. Ο Ψυχοπαίδης απερίφραστα δηλώνει την κοινωνιοκεντρική και πολιτική αντίληψή του για την Τέχνη: (βλ.σελ.15) «Η τέχνη φύσει ετοιμοπόλεμη, έτσι κι αλλιώς πολιτική, αμφισβητεί…», «… η αγωνία ενός καλλιτέχνη υπεύθυνου συνοδοιπόρου…είναι να αναζητά τη σταθερή συνάφεια..καλλιτεχνικού έργου με τον ζωντανό κόσμο γύρω του…». Επιζητεί να κατανοήσει την Ελλάδα (βλ.σελ.17)και η κατανόηση αυτή είναι πέρα για πέρα γόνιμη. Σχολιάζει τη λαθρομετανάστευση και τη προσφυγιά(βλ.σελ.64)μέσω του Κάλβου. Στην Ευρώπη των «κερδοσκόπων και της νεοφιλελεύθερης λαίλαπας»(βλ.σελ.52)αντιπαρατάσσει το Βύρωνα(σελ.46.κ.ε.), χωρίς όμως να ενδίδει στον εύκολο και αβασάνιστο φιλελληνισμό, αφού στηλιτεύει (βλ.π.χ.σελ.77)την ημεδαπή «ιδεοληψία, προγονοπληξία, και αναχρονιστική παιδεία», αναζητώντας έτσι υγιή κριτήρια για την ανασύσταση της χώρας. Αποτιμά τα πολιτικά/πολιτισμικά πεπραγμένα της δεκαετίας του ’60 αναμειγνύοντας Μπωντλέρ και Αλεξάνδρου(βλ.σελ.58).Εικονογραφεί τη σύγχρονη βαρβαρότητα (βλ.σελ.160)ποιητικά, μέσω του Σεφέρη, και καυτηριάζει την αποχαύνωση που απλόχερα μοιράζουν τα ΜΜΕ, καθώς και τη «θεσμική συναίνεση-σιωπή του πνευματικού κόσμου»…

Θεωρώ πως ο σχολιασμός της πραγματικότητας (πολιτικής ή άλλης…) με τον χάρακα της Ποίησης ίσως είναι ο πιο αποτελεσματικός στην κατεύθυνση της εξυγίανσης και πολύ πιο ρεαλιστικός από χιλιάδες τεχνοκρατικές μπούρδες που κατακλύζουν την ακοή μας. Ο ποιητικός οφθαλμός(που γεύεται και πλάθει ομορφιά και…ρεαλισμό) ελέγχει την πραγματικότητα της Ιστορίας, που συνηθέστατα ελέγχεται ελλιποβαρής ενώπιών της κι αυτό δημιουργεί (πολιτικό) καθήκον Πράξεως (αλλαγής), αφού το Νόημα, η Ομορφιά, το βάθος, η Τέχνη, είναι αμιγώς... πολιτικές πραγματικότητες. Στα μάτια του Ψυχοπαίδη το επίκαιρο και εφήμερο προσλαμβάνει τη διάσταση που οφείλει να έχει με την προβολή του στο ιστορικό βάθος(βλ.π.χ.σελ.76-77) και τη σημασία ή νοηματοδότηση του βίου που απ’ αυτό το βάθος προκύπτει. Έτσι βλέπει και βλέπει ορθά: αφαιρώντας τη σημασία που δίνει στα πράγματα η προγονική τους ρίζα πηδάς κατευθείαν στο ανερμάτιστο, στο χυδαιότερο και βαρβαρικότερον αμοραλισμό. Κι αυτό ακριβώς ίσως και να δικαιολογεί την υποχώρηση των κλασικών σπουδών στις μέρες μας, μια που τα υπαρξιακώς έντρομα, μπρος στο υπαρκτικό γεγονός και το θάνατο, μειράκια του καπιταλισμού της καταστροφής επέπεσαν μογγολικά στο ορατό(φύση,κοινωνίες,θεσμοί κλπ) διαγουμίζοντάς το. Κλείνω με την ευχή ο ποιητικός εθισμός να συνέχει γενικά την εικαστική προσπάθεια, μια που ο ήχος αναζητεί το σώμα του και το χρώμα διψά τον αέρα του και αμφότερα, Ποίηση και Εικαστικά, να δείχνουν δρόμους πολιτικούς.


© ΣΤΑΘΗΣ ΚΟΜΝΗΝΟΣ


Read 1468 times

Latest from Super User