Τρίτη, 24 Οκτωβρίου 2017 16:24

ΤΗΣ ΖΗΣΗΣ ΧΑΡΜΟΛΥΠΕΣ του Αλέξανδρου Ακριτίδη / “Απόσπασμα από την ομιλία της Μαρίνας Αποστόλου”

Written by
142
ΤΗΣ ΖΗΣΗΣ ΧΑΡΜΟΛΥΠΕΣ του Αλέξανδρου Ακριτίδη / “Απόσπασμα από την ομιλία της Μαρίνας Αποστόλου”

ΤΗΣ ΖΗΣΗΣ ΧΑΡΜΟΛΥΠΕΣ

Συλλογή πέντε διηγημάτων του Αλέξανδρου Ακριτίδη

“Απόσπασμα από την ομιλία της Μαρίνας Αποστόλου”   Αθήνα, 6/9/2017 

…Κρατάμε στα χέρια μας ένα πραγματικά ξεχωριστό βιβλίο και το λέω αυτό όχι σα φιλοφρόνηση δεδομένου του ‘’ρόλου’’ που έχω εγώ προσωπικά παρουσία κιόλας του Αλέξανδρου αλλά επειδή πρόκειται για μια συλλογή με πέντε σπουδαία διηγήματα τρία εκ των οποίων είναι βραβευμένα με το 1ο βραβείο σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς. Και όχι άδικα… Διαβάζοντάς τα και τα πέντε, τα απόλαυσα, τα χάρηκα, δε με κούρασαν καθόλου και μπορώ να πω ότι με κάποια συγκινήθηκα. Είναι απλογραμμένα, μεστά, ευανάγνωστα, χωρίς φιοριτούρες και διάθεση για εντυπωσιασμό μέσα από ‘’ελληνικούρες’’ και μεγάλες περιόδους λόγου.

Ο τίτλος του έργου “ΤΗΣ ΖΗΣΗΣ ΧΑΡΜΟΛΥΠΕΣ”, θεωρώ ότι είναι εξαιρετικά εύστοχος διότι αγκαλιάζει το περιεχόμενο και το νόημα των πέντε αυτών διηγημάτων δίνοντάς μας ταυτόχρονα την κεντρική ιδέα του βιβλίου αλλά και της ζωής της ίδιας: ότι αυτή, η ζωή μας δηλαδή, υφαίνεται καθημερινά από λύπες και πίκρες αλλά και από χαρές κι ευτυχία. Δεν είναι άσπρη και μαύρη… είναι πολύχρωμη… πότε γκρίζα αλλά και πότε γαλανή… πότε κόκκινη και πότε ωχρή… Έχει συνέχεια εναλλαγές κι αυτό είναι που την κάνει τόσο γοητευτική και θελκτική.

Υπάρχει επίσης, μεταξύ των πέντε διηγημάτων του βιβλίου, ένας κεντρικός άξονας: η αισιοδοξία. Η αισιοδοξία ακόμα κι αν τα γεγονότα της ζωής είναι δυσάρεστα ή σκληρά. Πώς ένας άνθρωπος βλέπει φως ακόμα και κλεισμένος μέσα στο σκοτεινό τούνελ της ζωής του.

Το πρώτο διήγημα με τίτλο “ΤΟ ΣΑΖΙ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ ΜΟΥ” μας φέρνει σε επαφή με τη φρικτή εποχή της προσφυγιάς των Μικρασιατών σε σκηνές σχεδόν στρατοπέδου συγκέντρωσης. Ένα διήγημα με πολλά ιστορικά στοιχεία αλλά και έντονο συναισθηματικό φορτίο. Προσωπικά, με άγγιξε πιο πολύ απ’ όλα… Σ’ αυτό το διήγημα βλέπουμε μέσα απ’ τα μάτια ενός μικρού παιδιού που βρέθηκε πρόσφυγας στην Καλαμαριά μόνο με τον πατέρα του πώς οι ξεριζωμένοι μας πρόγονοι βίωσαν τις κακουχίες, τις αρρώστιες, την ανέχεια αλλά και το ρατσισμό την εποχή εκείνη. Πώς αδικήθηκαν, πώς συμβιβάστηκαν, πώς δεν τόλμαγαν καν να διαμαρτυρηθούν γιατί προείχε κυρίως η επιβίωσή τους… πώς έφυγαν απ’ την Ανατολή ως Έλληνες και έγιναν δεκτοί στην Ελλάδα ως “Τουρκομερίτες”… Όμως και πώς στάθηκαν στα πόδια τους, σήκωσαν κεφάλι ενώ άλλοι “γνήσιοι Έλληνες” εντός εισαγωγικών απέτυχαν και κατέστρεψαν μόνοι τους τη ζωή τους… Πρόκειται για ένα διήγημα, όπως είπα και πριν, πολύ ανθρώπινο και πολύ γλωσσικά ενδιαφέρον δεδομένων όλων αυτών των τούρκικων λέξεων που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας με σκοπό να μας μεταφέρει στο κλίμα της εποχής…

Το δεύτερο διήγημα που λέγεται “ΤΟ ΥΣΤΑΤΟ ΧΑΙΡΕ” το βρήκα πραγματικά πρωτότυπο και ευφάνταστο, μπορώ να πω. Το εν λόγω κείμενο πραγματεύεται την ανθρώπινη απώλεια, το θάνατο του αγαπημένου προσώπου σα γεγονός οριστικό και απόλυτο που γεννά βαθύ πόνο… γεγονός όμως που θέλοντας ή μη συνοδεύεται από την κηδεία, μια τελετουργία αναπόφευκτη που συχνά εξελίσσεται σε εθιμοτυπική διαδικασία της κοσμικής ζωής. Στο έργο αυτό παρακολουθούμε πώς ο μακαρίτης – κεντρικό πρόσωπο φρόντισε να εφεύρει έναν πολύ έξυπνο τέχνασμα ώστε να απαλλάξει την αγαπημένη του οικογένεια από το θρήνο και το βάρος του θανάτου του.  Εδώ ο Αλ. Ακριτίδης προβάλλει την ειλικρινή αγάπη που αισθάνεται ένας άνθρωπος για την οικογένειά του, το δέσιμο με αυτή αλλά και καυτηριάζει με τον τρόπο του τη γελοιότητα και τη μικρότητα ενίοτε των εθίμων της κοινωνίας μας. 

Το τρίτο κείμενο που φέρει τον τίτλο “Ο ΘΗΣΑΥΡΟΣ”, βραβευμένο και αυτό, όπως τα δύο πρώτα, μας ταξιδεύει στο απέραντο γαλάζιο του πανέμορφου νησιού μας, της Αμοργού. Εδώ, ο βασικός μας ήρωας είναι ένας γόνος μεταναστών στην Αμερική, δημιουργημένος οικονομικά που βάζει στόχο να ανακαλύψει ένα θησαυρό κάπου κρυμμένο στην Αμοργό… ένα σημείωμα της γιαγιάς του που κάποτε αναγκάστηκε να αφήσει την πατρίδα της την Αμοργό για να έλθει με το σύζυγό της στην Αμερική με σκοπό την επιβίωση τον αναστατώνει και τον πεισμώνει για να βρει… αυτό το θησαυρό… Έτσι, εξασφαλίζει την απαραίτητη άδεια, κατεβάζει συνεργεία και ειδικούς επιστήμονες για να τον ανακαλύψει και μέσα από όλα αυτά γνωρίζει τους ανθρώπους του νησιού, τα κάλλη του, τη φιλοξενία, τη θέρμη που αυτοί εκπέμπουν, τις νοστιμιές του μέρους, τα μοναδικά όμορφα τοπία… Κι έτσι βρίσκει στο τέλος τον πραγματικό θησαυρό που δεν αποτελείται από φλουριά και χρυσάφι αλλά από ζεστά χαμόγελα, από εικόνες γαλάζιες και φωτεινές, από μυρωδιές και αρώματα. Η αγάπη για την πατρίδα, η αξία της αυθεντικότητας των πραγμάτων και των ανθρώπων, η απεραντοσύνη και η ανεκτίμητη χάρη της φύσης αποτελούν τις βασικές ιδέες του διηγήματος αυτού.

Το τέταρτο διήγημα του βιβλίου που λέγεται “ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΠΕΤΡΟΡΑΧΗ” μας γνωρίζει με τον ατίθασο γιο ενός ταπεινού χωριανού που άφησε το μέρος του, ένα ορεινό χωριό με κατοίκους κυρίως κτηνοτρόφους, για να σπουδάσει σκηνοθέτης στο εξωτερικό και να γυρίσει στη συνέχεια ταινία με θέμα τη γερμανική κατοχή με πρωταγωνιστές τους ίδιους του τους συγχωριανούς. Ευφυής και γαλαντόμος, κατορθώνει και πείθει πονηρά ακόμα και τους πιο αντιδραστικούς να λάβουν μέρος στο έργο παίζοντας ακόμα και τους δωσίλογους με την υπόσχεση ότι στο πλαίσιο της ταινίας θα έχουν και ρόλους ανταρτών και ‘’γερμανοφάγων’’. Έχουμε να κάνουμε πραγματικά με ένα κείμενο που μας προτρέπει να βλέπουμε τη ζωή μέσα από το θετικό της πρίσμα… να κρατάμε τα καλά της στοιχεία και να μην αναλωνόμαστε με τα αρνητικά… Όπως και στο προηγούμενο κείμενο, ο συγγραφέας τονίζει το νόστο για την πατρίδα αλλά και την απότομη αλλαγή της ιδιοσυγκρασίας του Έλληνα, ίδιον του χαρακτηριστικού ταμπεραμέντου του.

Τελειώνοντας, το πέμπτο διήγημα της συλλογής που τιτλοφορείται “ΕΝ ΒΡΑΣΜΩ ΨΥΧΗΣ” μας συστήνει με ένα σύζυγο – θύμα που ανέχεται τις συστηματικές απιστίες της συζύγου του και την κατάχρηση της υπομονής του εκ μέρους της καθώς και το χλευασμό των συγχωριανών του που αμείλικτα τον κρίνουν και τον σχολιάζουν ενώ εκείνος κλείνει τα μάτια στην αλήθεια παλεύοντας να κρατήσει όρθια την οικογένειά του. Στο διήγημα αυτό, που έχει ομολογουμένως αναπάντεχη κατάληξη, βλέπουμε πώς το αρνί γίνεται λύκος, πώς ένας άνθρωπος σπάει τα δεσμά του, πώς καλείται να κάνει την επανάστασή του, να υπερασπιστεί τον εαυτό του… Παράλληλα με την κεντρική ιδέα, έχουμε και τις επιμέρους όπως είναι η εγκατάλειψη της ελληνικής επαρχίας, το θράσος των ανθρώπων που δε διστάζουν να γίνουν οπορτουνιστές προκειμένου να κερδίσουν, τον τρόπο ζωής του σύγχρονου ανθρώπου που δεν έχει καν αναρωτηθεί πώς γεμίζει το τραπέζι του με τα απαραίτητα αλλά τη μεταμόρφωση – αλλοίωση μερικές φορές της σημερινής γυναίκας που συχνά ταυτίζεται με την κατάντια και την παρακμή.

Πριν κλείσω, αξίζει να μιλήσω και για το χαρακτηριστικό εξώφυλλο του βιβλίου που μας ταξιδεύει στην Ελλάδα της δεκαετίας του ’50… πρόκειται όπως λέει κι ο ίδιος ο Αλέξανδρος για μια αυθεντική φωτογραφία με τον πατέρα του… Μια δεκαετία όπου οι Έλληνες έδιναν μάχη να βγουν από τη φτώχεια και την εξαθλίωση που έφεραν ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και ακόμα χειρότερα ο Εμφύλιος αλλά και ο εν εξελίξει Ψυχρός Πόλεμος μεταξύ των ισχυρών κρατών.

Πριν σας χαιρετήσω λοιπόν, προτείνω να σταθούμε σ’ αυτήν εδώ τη φωτογραφία και να ακολουθήσουμε κι εμείς το παράδειγμα των εικονιζόμενών της: να τολμήσουμε, παρόλα τα προβλήματα, να κοιτάξουμε τη ζωή από ψηλά, να αναπνεύσουμε βαθιά, να χαμογελάσουμε και να πάμε παραπέρα!

 

 

Read 142 times

Latest from apostaktirio team