Εκτύπωση
Κατηγορία: Άρθρα - Κριτικές που έφτασαν σ' εμάς
Εμφανίσεις: 1709

Πολεμικοί και άλλοι υπαινιγμοί στο ‘‘Ο ήλιος ανατέλλει ξανά’’ του Έρνεστ Χέμινγουεϊ

Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

 

 

Παρίσι. Δεκαετία του ’20, του προηγούμενου φυσικά αιώνα. Στο μυθιστόρημα ‘‘Ο ήλιος ανατέλλει ξανά’’ (1926) του Έρνεστ Χέμινγουεϊ και κατά τη διάρκεια μιας νύχτας του Τζέικ και του Μπιλ στην πόλη του φωτός, συναντάμε σειρά μικρών, αλλά όχι και τόσο αθώων πολεμικών νύξεων για τον πρώτο μεγάλο πόλεμο. Εντυπωσιάζει όμως, μια αναφορά για κάποιο βαλσαμωμένο σκυλί στο παράθυρο ενός καταστήματος ταρίχευσης. Κάποιοι λένε ότι ο σκύλος αυτός που αναφέρεται στο βιβλίο, ήταν εμπνευσμένος από το βαλσαμωμένο σκυλί της σπιτονοικοκυράς του Χέμινγουεϊ στο Παρίσι η οποία είχε στο σπίτι της ένα τέτοιο. Αλλά σε αυτό το μεταπολεμικό μυθιστόρημα, υπάρχει και μια άλλη πιθανή πηγή και εξήγηση για αυτό. Πρόκειται για το σκυλί του πολέμου της Αμερικής, Sergeant Stubby, ή κοντόχοντρος λοχίας, όπως ονομάστηκε, και που προήχθη σε λοχία κατά τη διάρκεια μιας μάχης. Πέθανε στις 16 του Μαρτίου 1926 και στη συνέχεια ταριχεύτηκε και τοποθετήθηκε στο Μουσείο του Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού στην Ουάσιγκτον.

Ήταν η επίσημη μασκότ του 102ου Συντάγματος Πεζικού, και σε διάστημα δεκαοκτώ μηνών συμμετείχε σε δεκαεπτά μάχες στο Δυτικό Μέτωπο. Έσωσε το σύνταγμά του από ξαφνικές επιθέσεις με αέριο μουστάρδας, βρήκε και παρηγόρησε με τον τρόπο του τους τραυματίες, και μια φορά συνέλαβε ένα Γερμανό στρατιώτη από το παντελόνι, και τον κράτησε εκεί μέχρι που τον βρήκαν οι αμερικανοί στρατιώτες. Γυρίζοντας πίσω στην πατρίδα, έγινε πρωτοσέλιδο και είδηση σχεδόν σε κάθε μεγάλη εφημερίδα για τα κατορθώματά του. Η ημερομηνία θανάτου του σκύλου Stubby ευθύνεται για την καθυστερημένη εισαγωγή του συγκεκριμένου θέματος, στο μυθιστόρημα. Ο Χέμινγουεϊ έστειλε το χειρόγραφο του στον εκδοτικό οίκο Scribner, στις 24 Απριλίου, σχεδόν σαράντα μέρες μετά το θάνατο του Stubby. Αλλά λόγω του γεγονότος αυτού και κατόπιν υποδείξεων από άλλους και κυρίως τον Φιτζέραλντ, ο Χέμινγουεϊ τροποποίησε το κείμενο κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, και το επέστρεψε στον Scribner τον Αύγουστο.

Φορτωμένος μετάλλια!

Ανήκε μάλλον στη νέα και εξελισσόμενη οικογένεια των μπουλ τεριέ της Βοστώνης και βρέθηκε να περιφέρεται στους χώρους της πανεπιστημιούπολης Yale, στο New Haven του Κονέκτικατ, τον Ιούλιο του 1917, ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη η δημιουργία του 102ου Συντάγματος Πεζικού. Φυσικά δεν άργησε να κάνει φιλίες με τους άντρες του συντάγματος και κυρίως με το δεκανέα Robert Conroy. Όταν ήρθε η ώρα να αποπλεύσουν, ο δεκανέας έκρυψε τον Stubby πάνω στο πλοίο με τα στρατεύματα. Μετά την ανακάλυψή του από τον διοικητή της μονάδας, ο Stubby τον χαιρέτησε όπως τον είχαν είχε εκπαιδεύσει στο στρατόπεδο, και ο διοικητής επέτρεψε να παραμείνει ο σκύλος στο σκάφος.

Ο Stubby ήταν μαζί με το Σύνταγμα Πεζικού στα χαρακώματα της Γαλλίας για δεκαοκτώ μήνες και συμμετείχε σε τέσσερις επιθέσεις και δεκαεπτά μάχες. Μπήκε στη μάχη, όπως λέγεται, στις 5 Φεβρουαρίου 1918, στο Chemin des Dames, βόρεια της Soissons και βρισκόταν μέσα σε συνεχή πυρκαγιά, μέρα και νύχτα, για πάνω από ένα μήνα. Τον Απρίλιο του 1918, κατά τη διάρκεια μιας επιδρομής, ο σκύλος τραυματίστηκε στο μπροστινό πόδι από χειροβομβίδα των υποχωρούντων Γερμανών. Στάλθηκε για λίγο στα μετόπισθεν για ανάρρωση, και επανήλθε πάλι μπροστά στα καθήκοντά του, μέσα στα χαρακώματα να βελτιώσει δηλαδή το ηθικό των στρατιωτών. Αφού δηλητηριάστηκε με χημικά αέρια, ο Stubby έμαθε να προειδοποιεί τη μονάδα του για τις επιθέσεις με τα δηλητηριώδη αέρια, να εντοπίζει τραυματισμένους στρατιώτες στο πεδίο της μάχης, ενώ μπορούσε να ακούσει τα βλήματα του πυροβολικού πριν από το στρατιωτικό προσωπικό για κάλυψη. Βρέθηκε επίσης στην πρώτη γραμμή της μάχης Argonne Forest ή Meuse-Argonne Offensive (Σεπτέμβριο έως Νοέμβριο του 1918), όπως έμεινε γνωστή, και βοήθησε στη σύλληψη ενός γερμανού κατασκόπου, ο οποίος χαρτογραφούσε τη διάταξη των συμμαχικών δυνάμεων, πράξη για την οποία του απονεμήθηκε, σύμφωνα με μαρτυρίες, ο βαθμός του Λοχία από τον διοικητή της μονάδας. Μετά την ανακατάληψη της Château-Thierry από τον αμερικανικό στρατό οι γυναίκες της πόλης έφτιαξαν ένα παλτό πάνω στο οποίο καρφώθηκαν τα μετάλλιά του.

Ο δεκανέας Robert Conroy, με το διάσημο σκύλο του.

Με το τέλος του πολέμου, ο Robert Conroy τον πήρε πίσω, στις ΗΠΑ, όπου έγινε διάσημος. Τα στρατιωτικά του κατορθώματα εμφανίστηκαν σε εφημερίδες, έλαβε μέρος σε πολλές παρελάσεις σε όλη τη χώρα, τιμήθηκε με μετάλλια για τον ηρωισμό του, εμφανίστηκε σε κινηματογραφικά επίκαιρα και φωτογραφήθηκε με τρεις προέδρους των ΗΠΑ. Εμφανίστηκε ακόμη και σε βαριετέ με την Μαίρη Πίκφορντ.

Στη νεκρολογία του Stubby στην εφημερίδα New York Times, υπήρχε μια φωτογραφία του με μια κουβέρτα που μοιάζει με σακάκι, και το οποίο καλύπτεται με μετάλλια για τις προσφερθείσες υπηρεσίες και τους τραυματισμούς του. Οι τεράστιες απώλειες των Αμερικανών κατά τη διάρκεια της επίθεσης Meuse-Argonne, δεν οφειλόταν απλώς στην έλλειψη κατάρτισης και εμπειρίας αλλά και στη στρατιωτική φιλοσοφία του στρατηγού John J.Pershing, σύμφωνα με την οποία οι αμερικανοί θα μπορούσαν να αντέξουν και να ξεπεράσουν τα γερμανικά πολυβόλα, τους όλμους, τα συρματοπλέγματα και τις επιθέσεις με χημικά αέρια.

Βλέπουμε παράλληλα αρκετούς υπαινιγμούς κατά την ανάγνωση του προαναφερθέντος μυθιστορήματος. Για παράδειγμα, οι οβίδες που έπεφταν και ηχούσαν σαν να προσεγγίζει ένα τραίνο, είναι πολύ συνηθισμένη εικόνα σε άρθρα και βιβλία σχετικά με το Δυτικό Μέτωπο, κι ο Τζέικ μια στιγμή με την επιστροφή στο διαμέρισμά του μετά από ένα συναισθηματικά τραυματισμένο βράδυ με τη Μπρέτ, ακούει έξω από το ανοικτό παράθυρο το θόρυβο ενός νυκτερινού τραίνου που πλησίαζε. Ο ήχος του τραίνου τον οδηγεί σε μνήμες του πολέμου, στο παρελθόν του: ‘… Η παλιά θλιβερή ιστορία. Ναι, ήταν άσχημο να τραυματίζεται κανείς και να πετάει σ’ ένα αστείο μέτωπο όπως το ιταλικό…’.

Από τη στιγμή που τα αμερικανικά στρατεύματα έφθασαν στη Γαλλία σε πλήρη ισχύ, στις αρχές του καλοκαιριού του 1918, οι εφημερίδες στην Αμερική ήταν γεμάτες από ιστορίες για τους αμερικανούς ήρωες σε διάφορα μέρη της Γαλλίας, συμπεριλαμβανομένων των πιλότων των μαχητικών, γεγονός το οποίο έκανε τον Τζέικ να ντρέπεται για τον τραυματισμό του στο ‘αστείο’ μέτωπο της Ιταλίας, σε μια προσπάθεια να ‘ξεφύγει’ από τον εαυτό του. Στη συνέχεια, μετά την παραμονή στο νοσοκομείο στο Μιλάνο και την Αγγλία, επέστρεψε στις ΗΠΑ το 1916, αλλά όχι στο σπίτι του, από το οποίο φαίνεται αποξενωμένος και αποκομμένος. Σε αντίθεση με τη μεταπολεμική χαμένη γενιά του μυθιστορήματος, ο ίδιος φαίνεται να ανήκε σε αυτή, πριν από τον πόλεμο.

Στο εστιατόριο της Μαντάμ Λεκόντ, ο Τζέικ και ο Μπιλ περιμένουν και στέκονται υπομονετικά, σαράντα πέντε λεπτά, για να βρουν ένα τραπέζι. Η ιδιοκτήτρια φαίνεται κατασυγκινημένη που τον ξανάβλεπε, αλλά αυτό όμως, λέει ο Μπιλ, δεν θα μας δώσει τραπέζι! Εδώ υπάρχει ακέραιος ο υπαινιγμός ότι οι βετεράνοι του πολέμου, ήταν παραγκωνισμένοι και ξεχασμένοι.

Υπάρχουν φυσικά και άλλες πολεμικές αναφορές σε αυτή την ενότητα. Μετά το δείπνο, ο Τζέικ και ο Μπιλ, περπάτησαν ‘κάτω από τα δέντρα που γέρνουν πάνω στον ποταμό στο Και ντ’ Ορλεάν. Στην άλλη μεριά του ποταμού, έβλεπες γκρεμισμένους τοίχους παλιών σπιτιών που τα κατεδάφιζαν. Τα συντρίμμια των κατεστραμμένων σπιτιών δίπλα σε ένα ποτάμι, αποτελεί επαναλαμβανόμενη πολεμική εικόνα στη φαντασία του Χέμινγουεϊ και εμφανίζεται σε πολλά άλλα μυθιστορήματά του, όπως τα ‘In Our Time’, ‘A Farewell to Arms’ και ‘Across the River and Into the Trees’. Φυσικά αρκετές άλλες ανεπαίσθητες νύξεις πολέμου βρίσκονται σε όλο το βιβλίο, αλλά η ανακάλυψή τους εξαρτάται τα μέγιστα από τον υποψιασμένο αναγνώστη.