Print this page
Σάββατο, 17 Απριλίου 2021 13:51

Ο Αλέξανδρος Ακριτίδης συζητά με τον Νίκο Στέφανο Κωσταγιόλα με αφορμή το βιβλίο του, «Πὰν ὁ μέγας χρὴ ἀποθνήσκειν» (Εκδόσεις Φιλύρα)

Written by
253
Ο Αλέξανδρος Ακριτίδης συζητά με τον Νίκο Στέφανο Κωσταγιόλα με αφορμή το βιβλίο του, «Πὰν ὁ μέγας χρὴ ἀποθνήσκειν» (Εκδόσεις Φιλύρα)

Κύριε Κωσταγιόλα σας καλωσορίζουμε στο Αποστακτήριο και ξεκινάμε αυτήν την συζήτηση ρωτώντας σας, γιατί επιλέξατε το λογοτεχνικό είδος της ποίησης για να εκφραστείτε σε αυτήν την πρώτη σας εκδοτική προσπάθεια; 

Αγαπητέ κύριε Ακριτίδη, προτού σας απαντήσω επιτρέψτε μου να σας ευχαριστήσω θερμά για τη συνέντευξη. 

Τα αίτια της ενασχόλησής μου με την ποίηση ομολογώ πως δε μου είναι προφανή. Ενδεχομένως να οφείλεται σε κάτι υποδόριο όλο αυτό που έχει να κάνει με την αγάπη μου για τα μαθηματικά και, συνεπώς, τη συμπύκνωση. Εντοπίζω, μολαταύτα, την αφορμή στα εφηβικά μου χρόνια στα οποία, λόγω  της τότε ενασχόλησής μου με τη μουσική, είχα ξεκινήσει να συνθέτω ορισμένα ομοιοκατάληκτα πρωτόλεια που προορίζονταν για τραγούδια. Στην πορεία, βέβαια, συμπέρανα πως η πυκνότητα και η ελλειπτικότητα του στίχου στις οποίες αποσκοπούσα δε συμβάδιζαν με το χαρακτήρα του τραγουδιού, τουλάχιστον όπως τον καταλαβαίνουμε στις μέρες μας, και έτσι, αναζητώντας ένα πιο πρόσφορο έδαφος για τις ανησυχίες μου και προϊούσης αρκετής ενασχόλησης με το μάθημα της λογοτεχνίας, κατέληξα στην ποίηση, ουσιαστικά μεταγγίζοντας και δουλεύοντας την ήδη υπάρχουσα ροπή. Αυτή η ιδιαιτερότητα του ποιητικού λόγου, το να μπορείς να γεννάς συναισθήματα πρωτόγνωρα στον εκάστοτε αναγνώστη μέσω αναπάντεχων λεκτικών αλληλουχιών, απευθείας μπορώ να πω με σαγήνευσε. Ήταν λες και κάποιος μου είχε παραδώσει ξαφνικά τα κλειδιά για μια πόρτα προς μια ελευθερία εκφραστική που δύσκολα θα κατόρθωνα να ανοίξω αν δεν είχα πρώτα φάει τα μούτρα μου με το τραγούδι. Η όλη συγκυρία, τελικά, αποδείχθηκε ευλογία μιας και με έφερε, έστω και πλαγίως, εκεί όπου ήμουν εξαρχής προδιατεθειμένος φτάσω: στην ποίηση. Δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου, πλέον, να γράφει σε οποιαδήποτε άλλη φόρμα. 

Θεωρείτε ότι ο λογοτέχνης μέσα από το έργο του εκφράζει απαραιτήτως τις δικές του πεποιθήσεις ή μπορεί, ως ηθοποιός, να υποδυθεί έναν εντελώς ανεξάρτητο ρόλο και να εκφραστεί διαφορετικά από τα πιστεύω του; 

Εξαιρετική ερώτηση. Εικάζω πως η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση. Για μένα κάθε ποιητής που δεν αποβλέπει στη δημιουργική περιχαράκωση είναι καταδικασμένος, αργά ή γρήγορα, να καταφύγει στην πολυφωνικότητα. Αυτό βέβαια δε σημαίνει απαραίτητα πως οι διαφορετικές φωνές (ή, αν θέλετε, οι ρόλοι) που επιστρατεύονται δε θα εκπορεύονται και από συγκεκριμένα ερεθίσματα, σκέψεις ή πιστεύω του δημιουργού - αλήθειες, άλλοτε ολικές άλλοτε μερικές, απ’ τις οποίες καλούνται να «υποκλέψουν» μια ετερόφωτη ζωτικότητα. Εντούτοις δεν μπορώ να κρύψω πως η ακραιφνώς ανυπόστατη, μυθιστορηματική γραφή μου προκαλεί μια κάποια αμηχανία και, πολλές φορές, εγκυμονεί εγκαστριμυθισμούς. 

Όπως όλα στον κόσμο είναι ρευστά, έτσι και η ψυχοσύνθεση και, συνεπώς, οι «φωνές» ενός δημιουργού μεταβάλλονται με το χρόνο ή τις συνθήκες, αλληλοεπιδρούν και συναλλάσσονται, είναι «ζωντανοί οργανισμοί»-ουλές που υπολανθάνουν μέσα του, εμβρυουλκούμενες κατά περίσταση από την έμπνευση ή τη βούλησή του. Τέτοια παραδείγματα απαντώνται σε ποιητές αναμφισβήτητου εκτοπίσματος όπως ο Πεσσόα, ο δικός μας Ηλίας Λάγιος με τα παστίς του,  ο θεατρίζων Καβάφης, ακόμα-ακόμα και στους αρχαίους λυρικούς, για τους οποίους η θεώρηση περί ταύτισης του «εγώ» με το βίο μοιάζει εσχάτως να καταρρίπτεται. 

Αλίμονο στο λογοτέχνη που θα αποδειχθεί τόσο μονολιθικός σε σημείο όπου όλα του τα δημιουργήματα να είναι φερέφωνα του αρχικού, παράγωγα μιας πάγιας, φαλκιδευμένης από τον ίδιο, φωνής, και δεν είναι λίγα τα παραδείγματα γραφιάδων που, στο βωμό της καινοθηρίας και μιας έμμονης τάσης τους για ιδιοφωνία, έχουν υποπέσει στο παρελθόν σε μανιερισμό και ομφαλοσκόπηση. Ειδικά στη χώρα μας κυριαρχεί πάρα πολύ αυτή η ανάγκη ταύτισης ενός δημιουργού με μια συγκεκριμένη τεχνοτροπία, θεματική, ύφος και νομίζω πως είναι καιρός να πάμε παρακάτω. Και, για να επιστρέψω, τέλος, στην ποίηση, αν το ζητούμενο σήμερα είναι η ανανέωση ενός ομφαλοσκοπούντος λυρισμού, μέσω του εμβολιασμού του με στοιχεία από τα υπόλοιπα δύο, παραγκωνισμένα σήμερα, ζητούμενα του Σολωμού, το έπος και το δράμα, η υγιής πολυφωνικότητα καθίσταται για μένα, μονόδρομος. 

Ποια είναι τα μηνύματα που θέλετε να περάσετε μέσω των συγκεκριμένων ποιημάτων σας; Εντοπίσαμε νοσταλγία, νεανικές ανησυχίες, αγάπη για την αρχαία Ελλάδα, τα έπη και τη Μυθολογία. Πείτε μας λίγα λόγια για το βιβλίο σας. 

Πρόκειται για το πρώτο μου ποιητικό βιβλίο με τίτλο «Παν ο μέγας χρη αποθνήσκειν», το οποίο κυκλοφόρησε τον περασμένο Οκτώβριο από τις εκδόσεις Φιλύρα. Είναι διαρθρωμένο σε δύο ενότητες, με τίτλους «Ορφεύς Εσταυρωμένος» και «Απολογία Προμηθέως» αντιστοίχως και περιλαμβάνει ποιήματα που, πράγματι όπως παρατηρήσατε, είχα γράψει πολύ πιο νέος, για την ακρίβεια κατά την περίοδο μεταξύ 2013 και 2018, με τη δημιουργία των περισσότερων να τοποθετείται στο πρώτο μισό αυτής της περιόδου. 

Ξεκινώντας από τον τίτλο, "Παν ο Μέγας χρη αποθνήσκειν", πρέπει να πω πως προέκυψε από ένα απόσπασμα του Πλούταρχου στο οποίο η ρήση "Παν ο μέγας τέθνηκε" συμβολίζει τον ύστατο γόο του αρχαίου κόσμου, το σημείο καμπής κατά τη μετάβαση από τον παγανιστικό πολυθεϊσμό στο χριστιανικό μονοθεϊσμό. Ο Πάνας, ένας "χθόνιος", παραδοσιακός, θα λέγαμε, θεός καλείται εδώ να «πεθάνει», να παραδώσει, δηλαδή, τα μεταφυσικά σκήπτρα στο διάδοχό του, έναν καινούριο θεό που σηματοδοτεί, ταυτοχρόνως, και την έλευση μιας νέας υπόστασης για τον άνθρωπο. Κάθε ενότητα λοιπόν του βιβλίου πραγματεύεται και μία από τις δύο αυτές «φάσεις» της ανθρώπινης υπόστασης, με τον σύγχρονο άνθρωπο-Ορφέα να «υποφέρει» αγκιστρωμένος στα γήινα πάθη του και το εξεγερμένο έτερόν του ήμισυ-Προμηθέα να παραλαμβάνει τη σκυτάλη ευαγγελιζόμενο μιαν άλλη εκδοχή του εαυτού του, απαλλαγμένη από τα προαναφερθέντα στεγανά. Κατ’ ουσίαν πρόκειται για ένα διττό πόνημα, ανθρωποκεντρικό σε μια πρώτη ανάγνωση αλλά και, συνάμα, ειρωνικό και…νομίζω πως δε θα πω τίποτα παραπάνω! 

Ποιο ρόλο θεωρείτε ότι διαδραματίζει η λογοτεχνία στις μέρες μας; Καταγράφει τα ευρύτερα κοινωνικά μας βιώματα; 

Κάθε μορφή τέχνης, πολλώ δε μάλλον η λογοτεχνία, οφείλει να είναι γειωμένη στην πραγματικότητα και να διαλέγεται μαζί της. Αυτό, πάντα, με την προϋπόθεση πως δεν υποπίπτουμε σε λαϊκισμό προκειμένου να καλλιεργηθεί μια, επιδερμική το δίχως άλλο, εντύπωση οικείωσης στον αναγνώστη. 

Η ποίηση ειδικά, για μένα, είναι πιο απαιτητική σε αυτό το κομμάτι από την πεζογραφία, καθώς δεν απολαμβάνει το άλλοθι της αμεσότητας. Ο στίχος απαιτείται να είναι μεστός και, εν μέρει, ερμητικός για να είναι επιτυχημένος. Εν τω συνόλω, βέβαια, θα προσέθετα πως, λόγω και της ελάχιστης τριβής του μέσου ανθρώπου μαζί της, ο ρόλος της λογοτεχνίας αποτιμάται σήμερα σε κάτι εκφυλισμένο για τους περισσότερους, ένα πρόχειρο δεκανίκι για να σκοτώνουμε το χρόνο μας, ίσως σε μια ξαπλώστρα το καλοκαίρι. 

Οι αναφορές σου στο αρχαίο παρελθόν κρύβουν υποδόρια μηνύματα για το σήμερα; 

Πάντοτε συμβαίνει αυτό. Το παρελθόν και, συνεπώς, ο μύθος και η ιστορία, αποτελούν αρχαιόθεν συνδετικό κρίκο συγγραφέα-αναγνώστη, λειτουργούν ως δυνάμει νοηματικές «γέφυρες» ανάμεσά τους. Άλλωστε το επαναλαμβανόμενο της ιστορίας κατακυρώνει τέτοια διαχρονικότητα. 

Διαβάσαμε για ανολοκλήρωτα νεανικά όνειρα που ψάχνουν σανίδα σωτηρίας; Πώς βιώνει λοιπόν ένας νέος σαν κι εσάς όλη αυτή την αναβολή των σχεδίων μας; 

Είμαι θέσει αισιόδοξο άτομο και κάθε φορά αυτό που λέω στον εαυτό μου είναι αυτό που με έχουν διδάξει και οι έως τώρα (προς θεού λιγοστές) εμπειρίες μου: «κάθε εμπόδιο για καλό». Όπως και τα προβλήματα που αντιμετώπιζα κατά τη συγγραφή του «Πάνα» και η επίλυσή τους ή όχι με οδήγησαν εδώ που βρίσκομαι σήμερα και έχω τη χαρά να συνομιλούμε, έτσι και τα σύγχρονα προβλήματα με τον ιό που όλοι λίγο-πολύ αντιμετωπίζουμε θα οδηγήσουν, είτε καλώς είτε κακώς, σε μια διαφορετική αυριανή κατάσταση, από τον καθορισμό της οποίας, όπως δείχνουν τα πράγματα, είμαστε, φεύ, αποκλεισμένοι. 

Το σημαντικό, εν τέλει, για μένα είναι να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να ελαχιστοποιήσουμε τον πόνο τον δικό μας και των γύρω μας, μέσω των κατάλληλων «δικλείδων» που ο καθένας μας καλείται να εφεύρει για τον εαυτό του, εφόσον αδυνατούμε εκ φύσεως να ελέγξουμε κάθε ελεύθερη μεταβλητή στην καθημερινότητά μας. Ίσως ακούγεται παραπάνω στωικό απ’ όσο πρέπει όλο αυτό αλλά το δικό μου μερίδιο αλήθειας αυτό είναι. Ο οποιοσδήποτε μηρυκασμός ενός προβλήματος ή μιας ματαίωσης δεν τα λύνει. Απεναντίας, μάλλον, οξύνει το πρόβλημα. 

Άλλοι γράφουν ερωτική ποίηση, άλλοι κοινωνική και άλλοι αναζητούν την αλήθεια μέσα από τους δικούς τους προβληματισμούς. Εσείς ποια θεματική  προτιμάτε στην ποίηση και γιατί; Τι είναι αυτό που ταιριάζει περισσότερο στη δική σας προσωπικότητα; 

Εδώ θα επικαλεστώ πάλι τον μεγάλο Δ. Σολωμό ο οποίος μεταξύ άλλων είχε πει: «πρέπει πρώτα με δύναμη να συλλάβει ο νους, κι έπειτα η καρδιά θερμά να αισθανθεί ό,τι ο νους εσυνέλαβε». Η παραπάνω παραίνεση αντιστοιχίζεται από μένα σε μια ανάγκη εσωτερικής «ζύμωσης» μιας ιδέας προτού αυτή μετουσιωθεί σε ποίημα και γι’ αυτό το λόγο, θεωρώντας πως τόσο ο κοινωνικός προβληματισμός όσο και το ερωτικό συναίσθημα είναι στοιχεία, εν αντιθέσει με τον εσωτερικό στοχασμό, ταχείας καύσης και άμεσης κατανάλωσης, αποφεύγω εκουσίως να γράφω τέτοια ποίηση. Η οργή και το πάθος, ως εκδηλώσεις κοινωνικών προβληματισμών και ερωτικού συναισθήματος αντιστοίχως, είναι για μένα προϊόντα έκρηξης που, αν επιχειρηθεί να αποτυπωθούν στο χαρτί, δε θα είναι παρά «ξαναζεσταμένο φαγητό». Ακόμα και οι εξαιρέσεις στο παραπάνω (επιτυχή «ερωτικά» ή «κοινωνικά» ποιήματα) αφορούν, όπως παρατηρώ, κυρίως στο καταστάλαγμα των προαναφερθέντων συναισθημάτων, δηλαδή στο θρήνο της ερωτικής συντριβής ή στην πικρία για ορισμένες κοινωνικές συμπεριφορές που βίωσε ο καλλιτέχνης. Στο κάτω-κάτω, σε θέματα κοινωνικά και ερωτικά είναι πάντοτε προτιμότερες οι πράξεις παρά οι λέξεις. 

Ποιοι μεγάλοι ποιητές έχουν αγγίξει την ψυχή σας ή αν υπάρχει κάποιος της σύγχρονης εποχής που θεωρείτε ότι αξίζει να αναφέρετε.  

Η βάση στην οποία οικοδομήθηκε ο «Πάνας» υπήρξε το δίπολο Καβάφη και Καρυωτάκη. Έκτοτε έχω αγαπήσει τους Ο. Ελύτη, Γ. Δάλλα, Ν.Γ. Πεντζίκη, Ε. Κακναβάτο, Ε.Χ. Γονατά, Ο. Αλεξάκη και, φυσικά, τον Δ. Σολωμό που είναι η αφετηρία των πάντων. Από τους σύγχρονους εκτιμώ βαθύτατα εκπροσώπους της δεκαετίας του ’80 από τους οποίους επιγραμματικά θα αναφέρω τους Γ. Κεντρωτή, Δ. Καψάλη και Η. Λάγιο αλλά και τραγουδοποιούς των οποίων οι στίχοι δεν έχουν τίποτε να ζηλέψουν από αυτούς των ποιητών «με τη βούλα» που λέμε. Μεταξύ αυτών για μένα ξεχωρίζουν οι Δ. Σαββόπουλος, Π. Παυλίδης, Θ. Παπακωνσταντίνου, κ.ά. 

Αυτό το πρώτο σας λογοτεχνικό ταξίδι, έχει λοιπόν κάποιον προορισμό; Και αν ναι, αυτός ποιος είναι; Πού θέλετε να φτάσει το βιβλίο σας; 

Νομίζω πως το βιβλίο εκεί που είναι να φτάσει θα φτάσει, ανεξάρτητα από τη δική μου βούληση. Ιδανικά θα ήθελα οποιοσδήποτε το ξεφυλλίσει να βρεθεί μπροστά και σε ένα ποίημα ή ένα πρίσμα στίχων που θα τον κάνει να συγκινηθεί. Αν πετύχει κάτι τέτοιο τότε εγώ θα είμαι κάτι παραπάνω από ικανοποιημένος. Άλλωστε αυτό είναι και το χρέος του κάθε καλλιτέχνη και αυτή είναι και η αμοιβή που εισπράττει. Για το ταξίδι δεν ξέρω, μου φαίνεται πολύ νωρίς ακόμα για να προσδιορίσω κάποιον προορισμό. Σε καμία περίπτωση, βέβαια, δε θέλω να σταματήσει εδώ αλλά γι’ αυτό ας όψεται η…«Μούσα»! 

Απευθυνόμενος σε κάθε πολίτη όλων των ηλικιών, θέλετε να του πείτε γιατί θα πρέπει να διαβάζει και τι θα κερδίσει από τη διαδικασία της ανάγνωσης; 

Θέλοντας να αποφύγω τα τετριμμένα περί ευεργετικής φύσης της ανάγνωσης στη ζωή μας θα σας απαντήσω απλά πως τα βιβλία πάνω απ’ όλα αποτελούν οδηγούς αυτογνωσίας. Προσωπικά, αν δεν είχα διαβάσει τίποτα θα είχα αφήσει πάρα πολλές πτυχές του εαυτού μου ανεξερεύνητες και, παράλληλα, δε θα τις είχα φέρει στο φως και στους υπόλοιπους. Πιστεύω πως αν θέλουμε να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι οφείλουμε να γνωρίζουμε τον εαυτό μας όσο το δυνατόν καλύτερα και να τον προφυλάσσουμε από τις τυχόν κακοτοπιές του, ούτως ώστε να μπορούμε έτσι να κάνουμε και τη ζωή των άλλων ευκολότερη, τουλάχιστον στο κομμάτι που μας αφορά. Μεγάλο ατόπημα να φτάσεις σε μια «x» ηλικία και να μην έχεις, έστω, μια ιδέα για τον άνθρωπο που σου γυρνά το βλέμμα το πρωί στον καθρέφτη. 

Σας ευχαριστούμε για τις απαντήσεις σας και για τον χρόνο σας και σας ευχόμαστε καλή  - δημιουργική συνέχεια. 

Εγώ σας ευχαριστώ και πάλι για τις εξαιρετικές ερωτήσεις και σας εύχομαι ολόθερμα καλή πορεία σε ό,τι κάνετε. 

Δείγμα γραφής: 

Σοφιστές 

Κατέφθασαν λέει στην πόλη οι σοφιστές 
και βάλθηκαν στην αγορά να διακηρύσσουν 
όλα του κόσμου τα απόκρυφα. 
Άλλοι απάνω σε παπύρους έσκυφταν 
πασχίζοντας να διασώσουν τα πολύτιμα 
τιμαλφή του Παρελθόντος 
κι άλλοι βολιδοσκοπούσαν πώς Μελλοντικά 
θα μας απάλλασσαν απ’ τα δεσμά εκείνα 
που ακόμα μας κρατούσαν στη θνητότητα. 
Αλίμονο σ’ εμάς λοιπόν 
που στο Παρόν διαλέξαμε να ζούμε· 
άραγε απόμεινε κανείς 
από τους επικίνδυνους αυτούς 
Τους αθεράπευτα ονειροπόλους κι αισιόδοξους 
για να μας προστατεύσει;

________________________________________________________________________________________ 

Αλέξανδρος Ακριτίδης
Συγγραφέας – Πτυχιούχος Ανθρωπιστικών Σπουδών    

 

 

 

Read 253 times

Latest from Super User