Η χήρα του έρωτα
Στηθοκοπιότανε η ερωτόπλαστη, βουβή,
ανάμεσα στα μοσχολούλουδα
της μουσουργής φύσης.
Βροντές τα ανεμόβραχα βλέφαρα της
και οι λυγμοί της αερόδαρτοι
στη δίνη της έγνοιας της.
Τα λεύτερα πουλιά του Ερωτόκαστρου
τη ρώτησαν: - Γιατί;
Ο ουρανός παρήγορος της χάρισε
το πιο πλατύ του χαμόγελο
κι η ανεμοθάλασσα την έσφιξε
στην ξέπνοη αγκαλιά της.
Κι εκείνη, βαθυστόχαστα, ξεβλαστάρωσε
την πικρολαλιά της ψυχής της: -Αααχ!…
Αυτός ο αναστεναγμός τα λέει όλα!…
Η στηθάτη Νύμφη ήτανε
ερωτοπονεμένα χηρευάμενη.
Τα ίδια πουλιά τη ρώτησαν τι θεωρούσε
καλύτερο στη γαλανή μέρα:
-Τον ολόλαμπρο ήλιο των ματιών του!
Μετά τη ρώτησαν τι θεωρούσε καλύτερο
μέσα στα πέπλα της νύχτας:
-Την αστροποτισμένη αγάπη του
και το ολόγιομο φεγγάρι του έρωτα του.
Τη ρώτησαν τι θεωρούσε καλύτερο στην αγάπη:
-Την μέρα των ξαναμμένων πόθων της
και τη νύχτα των ατελείωτων ονείρων της.
Κι ύστερα τη ρώτησαν
τι θεωρούσε καλύτερο στον έρωτα:
Τις αστραπόμορφες ματιές,
τα ηφαιστειακά αγγίγματα των πόθων
τα γλυκά τρέμουλα ή τις καυτές ανάσες;
-Την γλυκιά προσμονή της ερωτικής της νύχτας
μετά την ολοκλήρωση της πολυπόθητης μέρας.
-Γιατί; την ρώτησαν και πάλι.
-Για την εκπλήρωση των ερωτικών στεναγμών της
πάνω στο αιματοβαμμένο ερωτικό της κρεβάτι.