A Valentino Deflorian
Come il fischione
valletto per gli amici
beve la notte
in una tazza
valentuomo come il vento
con forze contrapposte
negli occhi accesi
tino di legno nella vallea
dal continente verso l’ occeano
l’ inverno sapore di flocine
hanno le labbra
spezie e odori di allegria
o fischionetto amico mio
hai la tristezza negli occhi stanchi
non vuoi vedere i fiori rossi
le foglie verdi di primavera
e poi l’ estate il vento urta
contro la terra
come un monsone
Στον Valentino Deflorian
Όπως ο νουμήνιος
ακόλουθος των φίλων
πίνει τη νύχτα
σε ένα ποτήρι
γενναίος σαν τον άνεμο
με αντίρροπες δυνάμεις
στα αναμμένα μάτια
ξύλινο πατητήρι της κοιλάδας
τον χειμώνα απ’ τη στεριά
προς τον ωκεανό ώ μαγεία
τη γεύση σταφυλιού έχουν τα χείλη
οσμή μπαχαρικών η ευτυχία
ώ νουμήνιε αγαπημένε φίλε
έχεις την λύπη στα κουρασμένα μάτια
δεν θες να δεις τα κόκκινα λουλούδια
της άνοιξης τα πράσινα παλάτια
το καλοκαίρι ο άνεμος σφυρίζει
ορμάει γοργά επάνω σου μητέρα γη
σε απανθίζει ωσάν μουσώνας