Αμαρτία


Ας  αμαρτήσω  απόψε  με  τις  αναμνήσεις

σαν  κροταλίσουν τα  οστά  των  προσευχών  στα δόντια  της  σελήνης.

Ο  άνεμος  μύρισε τα  όνειρα της  σκόνης

στη  λοβοτομή  της  λαγκαδιάς.

Νεκρές βροχές  κλεμμένες απ’  της  γης  τα χείλη

δρόσισαν  τον  ατσάλινο  ουρανίσκο  του  Μανχάταν.

Τα  μικροσκόπια   να  εκπυρσοκροτούν  ουράνια  τόξα  κι  ηλεκτρόνια

στο  κοίταγμα  της  μαργαρίτας,

στο  σκίρτημα  του  τελευταίου  πόθου.

Το  λυκαυγές  κλαίει  φιλήσυχους  θυμούς  θεών

κι  εγώ  πουλάω  την  καρδιά  μου  σε αόριστους  δρεπανηφόρους ,

στο  σμάρι  των  μαυροπουλιών   που  ησύχασαν στα  βλέφαρα μου,

τις  φτερωτές  υποτροφίες  του  εσπερινού  στο  τρυφερό  σκοτάδι

Δυο  ξωτικά  παίζουν  στα ζάρια  με   κομήτες  χαρτοκλέφτες

τις  διάφανες  ψυχές,

το  ασώματο  σαρκίο  της  οδύνης,

το  ανόσιο  χάραγμα  του  τίποτα  στους  δρόμους της  φυγής.

Άλλο  συγνώμη  δεν  ζητάω,

πλήρωσα μετρητοίς  ρυτίδες  και ξυράφια.

Είμαι  τρελός  τώρα  ο  χρόνος  θα σε  έχει  σακατέψει.

Είμαι  τρελός  ακόμα  σ’  αγαπώ.

Ας  αμαρτήσω απόψε.

Τρέξε.

Θα  σε  προφτάσω  στο  σοκάκι  των  αποσιωπητικών…