ΣΤΑ ΔΕΚΑΕΦΤΑ
( M A N T I N A Δ Α)
Στου ήλιου το βασίλεμα, έκανα ένα τάμα.
Είπα, είπα ας δω τα μάτια σου
- κι ας μοιάζει αυτό με θάμα –
ας δω για μένανε να κλαιν
και τότε ας ποθάνω.
Θα είμαι ο πιο ευτυχής θνητός
από όλους Εκεί πάνω.
Μα σαν προχώραε η νυχτιά
κι άστρα βγήκαν στο δώμα,
μου ψιθυρούσανε γλυκά:
- όρκους μη κάνεις που πονούν,
είσαι παιδί ακόμα . . .