Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2018 09:31

Η Ελένη Παπακώστα συζητά με την Τζίνα Ψάρρη, με αφορμή το μυθιστόρημά της, «Οι κόρες της ανάγκης» (Άνεμος Εκδοτική)

Η Ελένη Παπακώστα συζητά με την Τζίνα Ψάρρη, με αφορμή το μυθιστόρημά της, «Οι κόρες της ανάγκης» (Άνεμος Εκδοτική)

«Οι κόρες της ανάγκης»
Τζίνα Ψάρρη
Άνεμος Εκδοτική 

Τι αποτελεί για εσάς έμπνευση; 

Διάβασα κάποτε σ’ ένα πολύ τρυφερό βιβλίο, πως υπάρχουν πολλών ειδών συγγραφείς. Κατέταξα τον εαυτό μου σ’ εκείνη την κατηγορία των ιμπρεσιονιστών συγγραφέων που βρίσκουν ιστορίες έχοντας πάντα το μυαλό και τα μάτια τους ανοιχτά για να συλλέγουν καταστάσεις, διαθέσεις, μικρές σκηνές, σαν να μαζεύουν καρπούς. ‘Κλεμμένες’ συζητήσεις που γίνονται ζωηρά δίπλα σου, ένα γέλιο, ένα νεύμα, ο τρόπος που κάποιος τινάζει τα μαλλιά του, στιγμιότυπα και εικόνες που όλα μπορούν να γεννήσουν ιστορίες. Κάπως έτσι με βρίσκουν οι ήρωές μου, μέσα από βιωματικές καταστάσεις δικές μου και άλλων. Πολλές οι πηγές δυστυχώς, κυρίως αρνητικών συμπεριφορών, λιγότερο θετικών. 

Από πού αντλείτε τη θεματολογία σας; 

Με δηλωμένη την ανάγκη αλλά και την επιθυμία - ‘περιέργεια’ να παρατηρώ ανθρώπινες συμπεριφορές και να θέτω, στον εαυτό μου πρώτα, ερωτήματα που δυσκολεύομαι να απαντήσω, δημιουργώ χαρακτήρες και αναρωτιέμαι γραπτώς πως θα αντιδρούσα εγώ στη θέση τους , ελπίζοντας πως θα τρυπώσω στο μυαλό των αναγνωστών τις ίδιες ερωτήσεις, όσο αμείλικτες κι αν φαίνονται. 

Νιώθετε κάποιες φορές την ανάγκη να  γράψετε κάτι, για να απελευθερώσετε την ψυχή σας από κάτι που σας βαραίνει; 

Πάντα έτσι γράφω. Κάτι θα με τσιμπήσει κάπου στο στέρνο, ακόμα κι αν για τους πολλούς μοιάζει ασήμαντο, και πρέπει να εκτονωθεί για να ελαφρύνει το βάρος του. Καλύτερη εκτόνωση από την γραφή, δεν έχω βρει. 

Σας αρέσει να διαβάζετε; Αν ναι, ποιο είδος Λογοτεχνίας προτιμάτε; 

Είναι αδύνατον να μην διαβάζω, πρώτα δηλώνω αναγνώστρια κι ύστερα συγγραφέας. Κοινωνικά ψυχογραφήματα είναι αυτά που προτιμώ και να διαβάζω και να γράφω, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν διαβάζω και όλα τα υπόλοιπα ήδη λογοτεχνίας. Έχω μεγάλη αδυναμία στους συγγραφείς της Λατινικής Αμερικής και της Ιβηρικής Χερσονήσου. Ενδεικτικά θα αναφέρω τους Μπολάνιο, Λιόσα, Θαφόν, Παδούρα. 

Ένα από τα κεντρικά ζητήματα, που τίθενται στο βιβλίο, «Οι κόρες της ανάγκης»,  είναι η αναπηρία και το πώς αυτή αντιμετωπίζεται από το οικογενειακό περιβάλλον. Πώς έγινε η επιλογή αυτού του θέματος και ποια τα μηνύματα που θέλετε να περάσετε στο αναγνωστικό κοινό; 

Διάβασα μια έρευνα η οποία διαπίστωνε πως εξαλείφεται αργά αλλά σταθερά το κοινωνικό στίγμα της αναπηρίας και ότι ενισχύεται συνεχώς η δυνατότητα των ατόμων με αναπηρία να παρακολουθούν τα κοινωνικά δρώμενα, τα δημόσια πράγματα. Ακόμα και στην Ελλάδα του 2018 ωστόσο, παρατηρώ ραγδαία επιδείνωση στην ποιότητα της ζωής τους, στους πόρους διαβίωσης, στα επιδόματα και τις αναπηρικές συντάξεις, στην πρόσβαση στην απασχόληση. Οι θεσμοί της Πολιτείας καταγράφουν αρνητικό ρεκόρ απόψεων ως προς το έργο τους στο συγκεκριμένο ζήτημα. Από την άλλη, η ψυχολόγος Μοντ Μανονί, αναφέρει αποδεδειγμένα πλέον πως η αναπηρία ενός παιδιού πλήττει τον ‘αδύναμο’ γονιό σε ναρκισσιστικό επίπεδο. Πρόκειται για έναν πανικό μπροστά σε μια εικόνα που δεν μπορεί να αναγνωρίσει, ούτε να αγαπήσει. Αυτός ο γονιός ζει ένα πραγματικό δράμα με βίαιες συναισθηματικές συγκρούσεις. Με δεδομένο ότι δεν είναι είδηση πως οι άνθρωποι με αναπηρία διασκεδάζουν, έχουν φίλους, παντρεύονται, με δεδομένο πως κανείς δεν χρειάζεται τα εύσημα επειδή τους αντιμετωπίζει ‘φυσιολογικά’ - διότι και αυτόν τον «υπότιτλο» τον ακούμε συχνά - ενώθηκαν όλα αυτά στο μυαλό μου και γεννήθηκε ένας θυμός ο οποίος έπρεπε να καταλαγιάσει. Το βίωσα λοιπόν κάπως σαν χρέος μου αυτό το βιβλίο, το οποίο έπρεπε να πληρώσω. Το κύριο ωστόσο βιοηθικό ζήτημα που θέτω σ’ αυτό το βιβλίο, είναι αν πρέπει ή όχι να γεννηθεί ένα παιδί που εκ των προτέρων είναι γνωστό πως ενδέχεται να έχει για όλη την υπόλοιπη ζωή του σοβαρά προβλήματα και ποιος τελικά είναι αυτός που νομιμοποιείται να πάρει αυτή την απόφαση. 

Διαβάζοντας το μυθιστόρημά σας αυτό, παρατήρησα πόσο βαθιά διεισδύετε στα άδυτα των ψυχών των ηρώων σας. Έχετε μελετήσει σχετικά βιβλία ψυχολογίας; 

Από το πρώτο έτος ακόμα στο Πανεπιστήμιο, παρακολουθώντας τα υποχρεωτικά στη σχολή μας μαθήματα ψυχολογίας του εξαίρετου καθηγητή Παρασκευόπουλου, το ενδιαφέρον μου ήταν έντονο. Ξεκίνησα απλά, από τα βιβλία που τότε ήταν ιδιαιτέρως δημοφιλή, των Φρόιντ, Φρομ, Μαρκούζε, Μπουσκάλια και συνεχίζω με το ίδιο μεγάλο ενδιαφέρον έως και σήμερα, με πιο εξειδικευμένα πλέον αναγνώσματα. Είναι ένα αντικείμενο που λυπάμαι που δεν το σπούδασα, που δεν ασχολήθηκα όπως του αξίζει. 

Υπάρχει μια λαϊκή ρήση: «Ποτέ δεν είναι αργά». Πιστεύετε πως πάντα υπάρχει χρόνος να διορθώσουμε τα λάθη μας ή ότι αυτό δεν είναι πάντα εφικτό; 

Μόνο ο θάνατος είναι ανεπίστρεπτος. Και η συγχώρεση, πράξη θεϊκή. Αρκεί να υπάρχει ειλικρινής πρόθεση που να γίνεται αντιληπτή, μακριά από το απεχθές επίπλαστο. Εξάλλου, όπως λέει και η ηρωίδα μου: Η ζωή μας είναι αντικατοπτρισμός των επιλογών μας, Είναι τα παράθυρα που ανοίξαμε διάπλατα και όσα αποφασίσαμε να κρατήσουμε διπλοσφαλιστά. 

Δυο αδερφές, Αγνή – Φένια, δυο εκ διαμέτρου αντίθετες στάσεις ζωής. Θέλετε να μιλήσετε λίγο για αυτές; Γιατί επιλέξατε τις συγκεκριμένες ηρωίδες; 

Η μυθοπλασία μου βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα. Υπάρχουν στοιχεία στις δύο αδελφές  που “δανείστηκα” από πρόσωπα υπαρκτά, κι ύστερα άφησα τη φαντασία μου να οργιάσει. Πάντα με γνώμονα τι θα έκανα εγώ και οι αναγνώστες φορώντας τα παπούτσια τους σε στιγμές που απαιτούν δύσκολες αποφάσεις. Και ποιος από μας δεν έχει βιώσει – σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό – απώλεια, θλίψη, έρωτα ή ασθένεια; Όλοι οι χαρακτήρες με τον ίδιο τρόπο αντιδρούν; Απ’ αυτόν τον προβληματισμό ξεκίνησα, έτσι γεννήθηκαν οι δύο εκ διαμέτρου αντίθετες Αγνή και Φένια. 

Τι σας λυπεί; Τι σας χαροποιεί; Από τι αντλείτε ενέργεια; Τι σας προβληματίζει; 

Με λυπεί η αχαριστία, η αδικία και η κακή πρόθεση, μεταξύ πολλών ακόμα. Με χαροποιούν και άρα με γεμίζουν ενέργεια, οι δεμένες φιλίες, οι πολύτιμες στιγμές με πρόσωπα αγαπημένα, τα χαμόγελα που φωτίζουν τα πρόσωπα των ανθρώπων, η γαλήνη μιας βόλτας μοναχικής, η ανασυγκρότηση, όταν την νιώθω σαν απαραίτητη, μεταξύ πολλών ακόμα επίσης. Πάντα θα με προβληματίζουν οι ανθρώπινες σχέσεις, οι συμπεριφορές, οι αντιδράσεις, οι αντιθέσεις στις επιθυμίες και στις αρνήσεις.  

Αν μπορούσατε, τι θα αλλάζατε από τον κόσμο μας; 

«... θα ξαναέβαφα γαλάζια τη θάλασσα...» που λέει και το τραγούδι. Δεν επέλεξα τυχαία τον στίχο, με την μεταφορική του έννοια ωστόσο, η θάλασσα είναι συχνό σύμβολο και σημείο αναφοράς στο βιβλίο μου. Είναι η ελευθερία του απέραντου που λίγο μας φοβίζει, η αγκαλιά που γαληνεύει αλλά και καταποντίζει. Η θάλασσα του αποχωρισμού και την αναγέννησης, η θάλασσα μέσα μας, πότε ήρεμη και πότε φουρτουνιασμένη, που ξεγελά και θέλει προσοχή, αλλά που χαμογελά ερωτευμένα σε όποιον την αποζητά. Με ήρεμο γαλάζιο λοιπόν, θα χρωμάτιζα τις ζωές όλων μας. 

Ποιος πιστεύετε είναι ο ρόλος ενός συγγραφέα απέναντι στο αναγνωστικό του κοινό; 

Μια πόρτα είναι το βιβλίο, που ακονίζει τον νου, που σε κάνει καλύτερο άνθρωπο και εμπλουτίζει το λεξιλόγιο, αναζωογονεί την ψυχή και σε ταξιδεύει σε κόσμους πραγματικούς και φανταστικούς. Είναι το καλύτερο εργαλείο προσωπικής εξέλιξης που διαθέτει ο πολιτισμός μας και ασφαλώς επιμορφώνει. Αρκεί να πρόκειται για πραγματική λογοτεχνία, με ό,τι σημαίνει η λέξη. Δύσκολος λοιπόν ο ρόλος του συγγραφέα, πολυπρόσωπος και περίπλοκος. Αλλά και μεγάλη ευθύνη ταυτόχρονα, αν θέλεις να τον υπηρετήσεις με αξιοπρέπεια. 

Κυρία Ψάρρη, σας ευχαριστούμε από καρδιάς! 

Κυρία Παπακώστα, για το apostaktirio.gr, σας ευχαριστώ θερμά για τις ενδιαφέρουσες ερωτήσεις 

Με εκτίμηση

Τζίνα Ψάρρη

 

Σελίδα του βιβλίου: http://www.anemosekdotiki.gr/pezografia/kores.html

Read 174 times

Latest from Παπακώστα Ελένη - Πτυχιούχος Τμήματος Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Α.Π.Θ.